Νέοι στο μεροκάματο

Αφορμή για να γράψω αυτές τις γραμμές, στάθηκε η έρευνα που διεξήχθη μεταξύ των σπουδαστών του Τ. Ε. Ι. Αθηνών και δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής που εκτάκτως κυκλοφόρησε χθες.

Βασικό αντικείμενο της έρευνας αυτής, ήταν το κατά πόσον μεσούσης της οικονομικής κρίσης, οι φοιτητές μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις ανάγκες των σπουδών τους, καθώς επίσης και τις προοπτικές που διαβλέπουν, για την σταδιοδρομία τους και την επαγγελματική τους αποκατάσταση.

Δυστυχώς, τα αποτελέσματα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά και αισιόδοξα. Αν και η συντριπτική πλειοψηφία εξ’ αυτών, περίπου το 52%, δηλώνει ότι στηρίζονται οικονομικά από το οικογενειακό τους περιβάλλον, πιστεύει ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να βγουν στο μεροκάματο, για να ελαφρύνουν με αυτόν τον τρόπο τις οικογένειές του, που με το πέρασμα του χρόνου, αδυνατούν πλέον να καλύψουν με επαρκή ευκολία τα βασικά τους έξοδα.

Σχεδόν ένας στους δύο σπουδαστές (47,6%) δηλώνει ότι εργάζεται είτε με πλήρη είτε με μερική απασχόληση. Η επαγγελματική αποκατάσταση απασχολεί «πάρα πολύ» το 74,6% των σπουδαστών, «πολύ» το 14,6%, «αρκετά» το 9,3%, ενώ μόνο 5 σπουδαστές (1,5%) απάντησαν πως η επαγγελματική τους αποκατάσταση δεν τους απασχολεί «καθόλου».

Χαρακτηριστικά είναι και τα ευρήματα της έρευνας, όσον αφορά το είδος του εργασιακού περιβάλλοντος, το οποίο οι σπουδαστές προτιμούν. Παρά τα όσα ακούγονται τον τελευταίο καιρό για τον δημόσιο τομέα και τις αλλαγές σε αυτόν, παραμένει δημοφιλέστερος χώρος εργασίας για τους νέους στην χώρα μας για ευνόητους λόγους. Από τα αποτελέσματα προκύπτει πως η πλειοψηφία του δείγματος με ποσοστό 41,8% προτιμά να εργαστεί στον δημόσιο τομέα, αλλά και ένα 26,6% ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Οι παρατηρήσεις που θα μορούσαμε να κάνουμε με βάση τα παραπάνω, είναι πάρα πολλές. Μια πρώτη παρατήρηση, είναι πως καθίσταται πλέον επιτακτική η ανάγκη να δούμε σε βάθος, αν είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας μας, να έχουμε μια νεολαία, που αντί να έχει το κεφάλι της καθαρό και αφοσιωμένο απερίσπαστα στην μόρφωσή του η όχι. Πιστεύω, πως κάτι τέτοιο, σε βάθος χρόνου, ίσως αποβεί τελικά εις βάρος του τόπου μας διότι θα παράξουμε πολύ πιθανόν, επιστήμονες με ελλειπείς γνώσεις και ως εκ τούτου, τελείως αντιπαραγωγικούς. Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη που λέει πως αν κάποιος άνθρωπος, δεν μάθει από πολύ μικρός, πόσο σκληρά βγαίνει το μεροκάματο, δεν θα μάθει ποτε να εκτιμάει την αξία του. Σωστό είναι και αυτό αλλά εντελώς διαφορετικό, από τα όσα η έρευνα αναφέρει. Είναι τελείως διαφορετικό να εργαστείς γιατί το γουστάρεις και θέλεις να δουλέψεις και τελείως διαφορετικό να αναγκάζεσαι με το ζόρι να βγεις στην αγορά εργασίας επειδή δεν έχεις πόρους να επιβιώσεις, ενώ σπουδάζεις.

Επίσης, είναι πολύ στενάχωρο, όταν σχεδόν το μοναδικό πράγμα που απασχολεί ανθρώπους σε τόσο νεαρή ηλικία και σε ποσοστό σχεδόν κοντά στο 95%, είναι η επαγγελματική τους αποκατάσταση. Αυτό μας δείχνει ξεκάθαρα, πως ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία δεν έχει φροντίσει, δεν έχει χαράξει αν προτιμάτε, μια εθνική στρατηγική, η οποία θα αξιοποιεί στο έπακρο, τους επιστήμονες που η ίδια παράγει. Ψιλά γράμματα θα μου πείτε αλλά όλοι απορούμε και μένουμε άφωνοι, όταν στο φως της δημοσιότητας, έρχονται έρευνες και στοιχεία, που μας δείχνουν την διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό.

Ακόμα πιο στενάχωρο είναι το γεγονός, ότι παρόμοια κατάσταση, επικρατούσε στην χώρα μας, λίγα χρόνια μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι και την δεκαετία του 70’, που απαραίτητη συνθήκη για να σπουδάσει κάποιος, ήταν η προσφυγή στον επαγγελματικό στίβο. Αλήθεια, εκεί βρισκόμαστε σήμερα; Σ’ αυτές τις δεκαετίες, που η Ελλάδα ακόμα μετρούσε τις πληγές της…;

Σαφώς και δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη εκ μέρους μας και η προτίμηση των νέων, για τον επαγγελματικό τους χώρο. Όλοι ξέρουμε πολύ καλά, ότι ο δημόσιος τομέας, αποτελεί για την οικονομία μας, τον μεγάλο βραχνά που κοντεύει να την πνίξει και να την οδηγήσει στην χρεωκοπία. Όλοι τον κατακρίνουμε και μιλάμε απαξιωτικά γι’ αυτόν και όσους απασχολούνται σε αυτόν. Εντούτοις, παρατηρούμε, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των νέων, βλέπει τον δημόσιο τομέα, ως την μοναδική λύση για επαγγελματική αποκατάσταση και σίγουρη λύση για το μέλλον τους. Κάτι τέτοιο, μας οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα, ότι πλέον οι νέοι, δεν έχουν όνειρα και αρνούνται να μπουν στην διαδικασία να κυνηγήσουν ένα αύριο πιο δημιουργικό και γεμάτο συγκινήσεις. Προτιμούν την ηρεμία και την αδράνεια της σταθερότητας και της σιγουριάς. Αρνούνται να ρισκάρουν και να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο.

Δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο εκ μέρους μας, ότι σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδoς, εκτός από το «νέο φαινόμενο» του εργαζόμενου φοιτητή, ετησίως προστίθενται σε όσους αναζητούν δουλειά και 44.000 νέοι πτυχιούχοι, εκτινάζοντας το δείκτη ανεργίας στα ύψη.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω, ότι η πολιτεία μέσα στον ορυμαγδό των γενικότερων εξελίξεων, δεν θα πρέπει ν’ αφήσει στην τύχη του, το πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο κομμάτι της. Μπορεί μια χώρα η οποία ξεχνά την ιστορία και το παρελθόν της, να είναι καταδικασμένη να αφανιστεί, πιστεύω όμως, ότι και μια κοινωνία η οποία δεν σέβεται το πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο της κομμάτι, κινδυνεύει επίσης με αφανισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου