Καλοκαίρι στο χωριό!

Αναμφισβήτητα, οι μέρες στην κρίση  που διανύουμε, είναι από τις πλέον δύσκολες. Παρά τους πρόωρους  πανηγυρισμούς που επικράτησαν σχετικά με τον συνεχή δανεισμό της χώρας μας, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει, ότι το μέλλον της γενιάς μου κι αυτών που ακολουθούν, προδιαγράφεται δύσκολο, αν όχι ζοφερό. Δύσκολο, διότι λάθη και αστοχίες στην διακυβέρνηση του τόπου, μας υποχρεώνουν, να κρατάμε μικρό καλάθι προσδοκιών κι ονείρων. Όμως , θεωρώ, ότι το  καλύτερο καταφύγιο, για να μπορείς να αποδιώξεις τις μαύρες αυτές εικόνες, είναι ένα ταξίδι στις αναμνήσεις των παιδικών σου χρόνων. Τα παιδικά μας χρόνια, όσο δύσκολα ή εύκολα κι αν ήταν για τον καθένα από εμάς, ήταν πλούσια σε έντονες εικόνες και όμορφες στιγμές. Ο λόγος, απλός… Τα χρόνια που είναι συνυφασμένα με την παιδική ηλικία ενός ανθρώπου, κρύβουν όλη την αθωότητα και φυσικότητα, που όλοι μας αποζητούμε σήμερα.


Τα δικά μου παιδικά χρόνια, δεν θα έλεγα, ότι ήταν και τα πλέον εύκολα. Ήταν όμως όμορφα και γεμάτα αγάπη από το περιβάλλον μου. Οι πιο έντονες εικόνες της παιδικής μου ηλικίας, είναι άρρηκτα (συνδε)δεμένες, με την ομορφότερη εποχή του χρόνου για ένα παιδί, το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι  από πολλές απόψεις, είναι η εποχή εκείνη, που τα λουριά χαλαρώνουν και ο χρόνος  έχει την δική του  ιδιαίτερη αξία.

Τα δικά μου καλοκαίρια λοιπόν, στο χωριό μου, την Παλαιομάνινα του Δήμου Ξηρομέρου -Αιτωλοακαρνανίας, ήταν έντονα και όμορφα. Ξεκινούσαν με το κλείσιμο των σχολείων, περίπου στα μέσα Ιουνίου. Στον  τόπο μου, εκείνα  τα χρόνια, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, επικρατούσε η ασχολία με το κύριο εισόδημα, την καπνοκαλλιέργεια. Η καλλιέργεια του καπνού, εξασφάλισε  στους νοικοκυραίους συγχωριανούς μου, στα μετέπειτα χρόνια,  ένα καλό ετήσιο έσοδο. Εκτός όλων των άλλων, ο καπνός, αποτελούσε στην δεκαετία του ’80, μαζί με άλλα προϊόντα, τον αιμοδότη της ελληνικής οικονομίας. Η καλλιέργειά του  ξεκινούσε από την άνοιξη με τα φυντάνια και την μεταφύτευσή  του, το σκάλισμα το πότισμα ,το καλοκαίρι με την συλλογή του, την ξήρανση τον σχηματισμό σε βαντάκια και το δέσιμο σε δέματα  προς τον χειμώνα. Μετά την καλλιέργεια λοιπόν του καπνού όλο τον χειμώνα, και το καλοκαίρι, δρέπονταν οι καρποί, μετά  το μάζεμα και την επεξεργασία του, για να σταλεί στο τέλος της εποχής αυτής, στις μεγάλες βιομηχανίες που τον αγόραζαν.

Ακόμα θυμάμαι, την τέντα που έριχναν οι δικοί μου για να σκεπάσουν την αυλή του σπιτιού μας. Ο λόγος απλός. Η αυλή του κάθε σπιτιού στο χωριό μου το καλοκαίρι, μετατρέπονταν σ’ ένα εργαστήρι, που με την συμμετοχή μικρών και μεγάλων, γινόταν το αρμάθιασμα των φύλλων του καπνού, για να είναι έτοιμος, για να ολοκληρώσει τον κύκλο του, με την διαδικασία της αποξήρανσης του. Όταν εγώ ήμουν μικρός, η διαδικασία του αρμαθιάσματος του καπνού, είχε εξελιχθεί. Πρόλαβα όμως λίγο και θα σας περιγράψω τον πιο παραδοσιακό τρόπο, που με αυτόν κυρίως δούλευαν οι παλαιότεροι. Ο καπνός, έρχονταν απ’ το χωράφι σε τσουβάλια ή σε μεγάλα καλάθια. Οι μεγαλύτεροι, από τις πρώτες πρωϊνές ώρες, είχαν φροντίσει για την συγκομιδή του. Τα τσουβάλια αυτά, αδειάζονταν στην μέση της αυλής και όλη η οικογένεια, μαζεύονταν γύρω απ’ το σωρό, καθισμένη οκλαδόν. Ο καθένας, κρατούσε στο χέρι του, μια μεγάλη και λεπτή βελόνα, σαν αυτή του πλεξίματος φανταστείτε, πολύ αιχμηρή όμως. Ο καθένας λοιπόν έπρεπε να γεμίσει κατά μήκος αυτή την βελόνα, με τα φύλλα του καπνού. Αυτό γινόταν, τρυπώντας το κοτσάνι του καπνόφυλλου. Όταν η βελόνα γέμιζε, έσπρωχνες όλη αυτή την συστάδα καπνόφυλλων, στην κλωστή που ακολουθούσε την άλλη άκρη της βελόνας. Όταν αυτή η κλωστή, με προκαθορισμένο μήκος γέμιζε, σχηματίζονταν μια γιρλάντα, με φύλλα καπνού. Όλες αυτές οι αρμαθιές - γιρλάντες, μεταφέρονταν ύστερα σ’ ένα χώρο έξω απ’ το χωριό συνήθως, σε κάποιο κτήμα ή κήπο  της οικογένειας στη  ηλιάστρα, και αφήνονταν εκεί κρεμασμένες, για αποξήρανση με το φως του ηλίου, η διαδικασία αυτή  λάμβανε χώρα καθ’ όλη την διάρκεια του καλοκαιριού. Όσο τα χρόνια περνούσαν, η ανάπτυξη της τεχνολογίας εισχώρησε στην κουραστική και επίπονη  αυτή διαδικασία των παιδικών μου χρόνων. Ο εκσυγχρονισμένος τρόπος του αρμαθιάσματος επικράτησε του παραδοσιακού, με αποτέλεσμα να χάσει την ειδυλλιακή αξία που είχε για μας τα παιδιά αυτή η διαδικασία.

Το αρμάθιασμα του καπνού και γενικά οι ασχολίες που σχετίζονταν με τον καπνό, διαρκούσαν όλη την εβδομάδα. Η Κυριακή όμως, ήταν ημέρα ανάπαυσης και ξεκούρασης για τους σκληρά εργαζόμενους συγχωριανούς μου. Για μας τα παιδιά, ήταν όμως και η καλύτερη μέρα της εβδομάδας! Ο κόπος που κι εμείς καταβάλαμε όλη την εβδομάδα, παρά την κούραση των δικών μας, ανταμείβονταν. Πως γινόταν αυτό; Η διαδικασία ξεκινούσε από το Σάββατο το βράδυ. Το αυτοκίνητο της οικογένειας, πλένονταν και γινόταν σαν καινούριο. Είπαμε, η Κυριακή ακολουθούσε και ήταν η μέρα μας! Το πλύσιμο εθελοντικά, το αναλαμβάνανε με μεγάλη ευχαρίστηση μπορώ να πω, τα μικρότερα μέλη της οικογένειας.

Η Κυριακή έφτανε και το πρωϊνό ξύπνημα ήταν επιβεβλημένο. Όλοι, μικροί μεγάλοι, εκπληρώναμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, κάτι που στις μέρες μας, θεωρείται δυστυχώς αγγαρεία κι έχει παραμεληθεί. Μετά το σχόλασμα από την εκκλησία, ακολουθούσε η επίσκεψη στο καφενείο, καφές για τους μεγάλους, πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό η … υποβρύχιο για μας τα παιδιά! Όταν όλα αυτά τελείωναν, γύρω στις 11:00 το π.μ., έφτανε η μεγάλη ώρα! Ανεβαίναμε  με ένα σάλτο στην φρεσκοπλυμμένη καρότσα του αγροτικού μας αυτοκινήτου με μπρατσάκια, κουβαδάκια και άλλα σύνεργα υπό μάλης και βουρ για την παραλία! Στην έξοδο του χωριού, έβλεπες κι άλλες χαρούμενες καρότσες φορτωμένες παιδική ευτυχία κι αθωότητα. Προορισμός μας, είτε η παραλία του Λούρου, είτε κατά δεύτερο λόγο, εκείνες τους Αστακού και του Βελά.

Θα ήταν παράλειψή μου σ’ αυτό το σημείο, αν δεν ανέφερα και την αγαπημένη μας συνήθεια εκείνων των χρόνων. Όλοι σαν μικρά παιδιά που ήμασταν, μας είχε αρέσει να παινευόμαστε, για τα «κατορθώματά» μας και να τα απαριθμούμε στους συνομήλικούς  μας. Καλοκαίρι λοιπόν και όλοι μας, είχαμε επιδοθεί άτυπα σ’ έναν διαγωνισμό. Το έπαθλο του διαγωνισμού, δεν ήταν κάτι χειροπιαστό. Ήταν μόνο η ικανοποίηση του παιδικού μας εγωϊσμού. Όλοι λοιπόν, είχαμε επιδοθεί σ’ έναν μαραθώνιο, για το ποιος θα καταφέρει να φάει, τα περισσότερα παγωτά! Φυσικά, ο καθένας δήλωνε ότι ήθελε! Σημασία είχε όμως, αν κατάφερνε να πείσει τους γύρω του…

Το τέλος του καλοκαιριού ουσιαστικά για τις οικογένειες των καπνοκαλλιεργητών, συνέπιπτε, με την μεγάλη γιορτή της Παναγιάς, τον δεκαπενταύγουστο. Οι αυλές ασπρίζονταν, τα σπίτια καθαρίζονταν και το έθιμο του χωριού για την μεγάλη ημέρα, τηρούνταν και μπορώ να πω, με ευχαρίστηση, ότι διατηρείται ως τις ημέρες μας. Την μεγάλη εκείνη ημέρα της Χριστιανοσύνης, μετά την θεία λειτουργία, στο χωριό μου έχουμε ένα πολύ ωραίο έθιμο. Το έθιμο αυτό, έχει να κάνει με την διανομή βρώσιμων  αγαθών, σε συμβολικό επίπεδο, από τον ένα συγχωριανό στον άλλο. Κύριο αγαθό που το κάθε σπίτι διένειμε προς τα γειτονικά του, ήταν η « τούρτα « που λέμε στο χωριό μου. Δεν είναι τούρτα γλυκό όπως νομίζετε αλλά ζυμωμένο ψωμί, που συνοδεύεται συνήθως από τυρί και φρούτα. Ανάλογα με τις δυνατότητες, η κάθε οικογένεια, προσέφερε αν μπορούσε και γλυκά.

Κλείνοντας, πιστεύω ότι όλοι λίγο η πολύ, νοερά, μεταφερθήκατε και στα δικά σας παιδικά χρόνια. Είναι ωραίο που και που να θυμάσαι όμορφα γεγονότα. Είμαστε ένας λαός, που όσο και να ψάξει κανείς, μπορεί να βρεί στοιχεία, που δεν τα συναντάς πουθενά στη γη. Η σύγχρονη  εποχή, μας έκανε σκληρούς και μας απομόνωσε από τους γύρω μας. Μήπως η λύση τελικά στ’ αδιέξοδα των καιρών μας, είναι να ξαναβρούμε όλα αυτά που μας ενώνουν και που μας στήριζαν; Πιστεύω τελικά πως ναι, αυτή είναι η λύση και μπορούμε να την πραγματώσουμε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου