Του Σεπτέμβρη οι βροχές...

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας. λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

Το πασίγνωστο αυτό τετράστιχο, είναι απόσπασμα από το ποίημα ‘’Άρνηση’’ του Γ. Σεφέρη.

Μπαίνοντας πλέον στο φθινόπωρο, την κατά πολλούς, δυσκολότερη περίοδο του χρόνου, αυθόρμητα ήρθαν αυτοί οι στίχοι και σκάλωσαν σήμερα νωρίς το πρωί, στο γεμάτο σκέψεις κεφάλι μου. Αφορμή γι’ αυτό, στάθηκε μια περιληπτική ανάγνωση της σημερινής ειδησεογραφίας. Ελλείμματα που εκτοξεύονται, ΦΠΑ που αυξάνεται, ανεργία καλπάζουσα και το τραγικότερο όλων, η είδηση της αυτοκτονίας ενός εικοσάχρονου στην Κρήτη, που βρέθηκε κρεμασμένος από δέντρο. Πάνω του βρέθηκε σημείωμα που έλεγε: « Μαμά, μπαμπά, συγνώμη, φεύγω. Θα σας βλέπω από ψηλά». Πείτε μου τώρα εσείς, με τι καρδιά, με τι πνοή, μπορείς πλέον να αισιοδοξείς, ότι του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά θα φέρουν που λέει και η γνωστή παροιμία.

Ένα καράβι στην φουρτούνα η πατρίδα μας. Η τραγική ειρωνεία όμως ξέρετε ποια είναι; Οι επιβάτες ενός καραβιού, του οποιοδήποτε καραβιού, ακόμα και μέσα στην αντάρα και τον χαλασμό, αισιοδοξούν και προσμένουν ότι δεν θα πέσει το καράβι πάνω στα βράχια. Αυτό συμβαίνει πολύ απλά διότι, όλοι οι επιβάτες γνωρίζουν, ότι το καράβι και καπετάνιο έχει και πλήρωμα ικανό, που θα δώσει και την τελευταία σταγόνα από το αίμα του, για να μην κινδυνέψει κανένας. Επίσης, όλοι οι επιβάτες γνωρίζουν πολύ καλά, ότι σε κάθε περίπτωση ο κώδικας τιμής ενός καραβιού επιτάσσει, ο καπετάνιος, να εγκαταλείψει το σκαρί τελευταίος, αφού έχει διασφαλίσει την ζωή των επιβαινόντων του πλοίου του οποίου την ευθύνη έχει.

Σε αντίθεση με την πατρίδα μας, ούτε καπετάνιο έχει, ούτε πλήρωμα ικανό για να σώσει το έρμο το καράβι. Έχουμε την ατυχία, να είμαστε επιβάτες ενός καραβιού, του οποίου ο καπετάνιος και ψεύτης είναι, το διαπιστώσαμε αυτό, και τα βασικά της πλοήγησης ενός μεγάλο καραβιού δεν γνωρίζει, και με τους πειρατές συνωμότησε να σαλτάρουν με το έτσι θέλω στο καράβι, να το καταλάβουν, κι αφού αφαιρέσουν από τους επιβάτες ότι πολυτιμότερο ο καθένας κουβαλάει πάνω του, να κατέβουν ανενόχλητοι, χωρίς να ενδιαφέρονται αν η πορεία του ταξιδιού, έχει σαν τελικό του προορισμό, τα βράχια που αχνοφαίνονται στον κοντινό ορίζοντα. Για πλήρωμα, ούτε λόγος. Δειλά ανθρωπάκια, που το μόνο που έχουν σαν έγνοια, είναι ποιος θα πρωτομπεί στις βάρκες που προορίζονται για την διάσωση του επιβατικού κοινού. Ο καπετάνιος, όχι, δεν είναι στην γέφυρα όπως νομίζετε. Κάπου στους διαδρόμους τριγυρνάει κι αυτός με τους υπολοίπους. Βλέποντας την επικείμενη καταστροφή, ψάχνει τρόπο διαφυγής πρώτος και καλύτερος. Έχει απλά καθυστερήσει λίγο να το κάνει, γιατί δεν βρήκε ακόμα εκείνον που θα κοροϊδέψει, πασάροντάς του την ευθύνη, να ρίξει ο άλλος το πλοίο στα βράχια, ενώ αυτός θα απομακρύνεται, μ’ ένα μονοθέσιο κανό που τυχαία βρέθηκε στον δρόμο του και μπορεί καλύτερα να κουμαντάρει.

Τελικά, πήραμε εμείς λάθος την ζωή μας; Ίσως… Η λύση τώρα ποια είναι; Ν’ αλλάξουμε ζωή; Αλήθεια, γιατί πρέπει να την αλλάξουμε; Δεν πιστεύω ότι το χρωστάμε σε κανένα. Λύση υπάρχει. Η λύση είναι απλή και εύκολη. Να ρίξουμε με όσες δυνάμεις μας έχουν απομείνει, τους δοσίλογους στην θάλασσα και να πάρουμε την τύχη του καραβιού στα δικά μας χέρια. Σίγουρα, ανάμεσα μας υπάρχει και ικανότερος καπετάνιος και ικανότερο πλήρωμα μπορούμε να βρούμε. Σε διαφορετική περίπτωση, τα σημειώματα με την φράση « Μαμά, μπαμπά, συγνώμη, φεύγω. Θα σας βλέπω από ψηλά», θα πολλαπλασιαστούν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου