Τα τρία πουλόβερ

Ξημέρωνε Σάββατο στο φτωχικό της Πελαγίας, στους πρόποδες των Ακαρνανικών, στην περιοχή του Ξηρομέρου.

Παραμονή Χριστουγέννων και τίποτα δεν έμοιαζε διαφορετικό για την χήρα με τα τρία ορφανά. Στα σαράντα της, χωρίς αδέρφια και γονείς, μεγάλωνε τα παιδιά της με την βοήθεια του… Θεού και των γειτόνων.
Ευτυχώς δηλαδή που υπήρχαν και αυτοί μιας και δεν είχε άλλον τρόπο η δύστυχη να τα φέρει βόλτα. Η σύνταξη του μακαρίτη του Λάμπρου, δεν έφτανε ούτε για το γάλα του μωρού. Αγρότης ήταν κι όσο ζούσε, τα βόλευαν κουτσά – στραβά. Είχαν τουλάχιστον τον επιούσιων που λένε.

Τι τα θες όμως… Δεν είχε καλά - καλά σαραντίσει ο μπέμπης και η είδηση του θανάτου του άντρα της, της γύρισε τον κόσμο ανάποδα. Αναποδογύρισε λέει το τρακτέρ, όταν επέστρεφε απ’ το μικρό κτήμα τους, που είχε πάει για να οργώσει. Και τι είναι μωρέ το τρακτέρ για να αναποδογυρίσει έκλαιγε και μονολογούσε η δόλια. Δεν έλεγε να το χωνέψει κι ακόμα δεν το καταλάβαινε όταν μόνη στο κρεβάτι της κάθε βράδυ, χάιδευε το μαξιλάρι του μακαρίτη.

Πάει καιρός από τότε… Δυόμιση χρόνια. Ο Λάμπρος, έτσι έβγαλε τον μπέμπη στην μνήμη του συγχωρεμένου, μεγάλωσε. Ο Γιάννης στα δέκα, πάει στην Πέμπτη δημοτικού, διαβαστερό παιδί μα λίγο ατίθασο. Φιλότιμο όμως, ψυχοπονιάρης αρκετά, είχε πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του να προστατεύει τις γυναίκες του σπιτιού και τον μικρό του αδελφό. Και η Γωγώ, μαθήτρια γυμνασίου στα δεκατρία της. Τα παίρνει τα γράμματα και είναι το πραγματικό αποκούμπι της μάνας της. Όμορφο κοριτσάκι, φτυστή η Πελαγία στα νιάτα της, με μόνη διαφορά, τα δυο μπλε της μάτια, κληρονομιά από τον μπαμπά της. Σε αντίθεση με τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της, η Γωγώ, αντί να χάνει χρόνο παίζοντας με τις κούκλες και να χαζολογάει όταν τελειώνει τα διαβάσματα, είτε βοηθάει την μάνα της στις δουλειές του σπιτιού, είτε με τα λεπτά της δαχτυλάκια, κεντάει! Τα κεντήματά της, είναι έργα τέχνης! Όλοι έχουν να το λένε στο χωριό. Ξεπέρασε την μάνα της. Μαγειρεύει και εκπληκτικά η Γωγώ! Δεν το λες και λίγο για ένα κορίτσι στα δικά της χρόνια ν’ ανοίγει φύλλο με μαεστρία που θα τη ζήλευαν γυναίκες που μια ζωή καταπιάνονται με την κουζίνα…

Η απώλεια του πατέρα, άφησε ένα μεγάλο κενό στις παιδικές καρδιές. Μια μελαγχολία, ήρθε και έμεινε στα αθώα τους μάτια. Ο χρόνος όμως που όλα τα γιατρεύει, ξυπνάει αργά μα σταθερά και πάλι τα παιδιά που κρύφτηκαν στις ψυχούλες τους. Τα Χριστούγεννα που έρχονταν, πρέπει να πάρουν μια και καλή από δίπλα τους την βαριά σκιά του Λάμπρου. Τα δύο προηγούμενα, είτε ήρθαν, είτε έφυγαν, κανείς δεν το πήρε χαμπάρι στο σπίτι της Πελαγίας. Φέτος; Φέτος, δεν είχε άλλη επιλογή η κακομοίρα. Τι φταίνε τα καημένα τα ορφανά. Παιδιά είναι ακόμα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους στερήσει την χαρά αυτής της γιορτής. Αυτά σκεφτόταν η Πελαγία, προσπαθώντας ν’ ανάψει το τζάκι.

Ακόμα δεν είχε καλά – καλά φωτίσει ο ουρανός. Και να φωτίσει… Τα σύννεφα έξω είναι μαύρα και πυκνά, ζήτημα θα είναι αν φεγγίσει καθόλου. Έκανε και ψοφόκρυο σήμερα. Απ’ ότι άκουσε η Πελαγία να λένε οι πιο μεγάλοι στο χωριό. Φέτος, θα κάνουνε επιτέλους λευκά Χριστούγεννα…! Θα χιονίσει, επιτέλους, ύστερα από πολλά χρόνια που είχαν να δούνε χιόνι. Θα χαρούν και τα παιδιά λέγανε… Λέγανε κι άλλα… Τι δώρα θα φέρει ο Χριστούλης στα παιδιά τους, τι ρούχα θα βάλουνε να πάνε στην εκκλησία… Και άλλα τέτοια, που της μάτωναν την καρδιά. Για τα δικά της παιδιά και φέτος, θα είναι μία από τα ίδια. Ή μήπως όχι; Ήξερε πολύ καλά, ότι τα δώρα και τα παιχνίδια, δεν θα τα φέρει κανένας Χριστούλης και κανένας Άη Βασίλης. Η ίδια έπρεπε να τ’ αγοράσει. Για να τ’ αγοράσει όμως, ήθελε λεφτά και, λεφτά, δεν υπήρχαν για περιττές σπατάλες, δώρα και πολυτέλειες.

Έβρασε λίγο καφέ κι έκατσε μονάχη όπως κάθε πρωί να τον πιεί. Ο λογισμός της έτρεχε πίσω στα περασμένα. Στα δικά της παιδικά Χριστούγεννα. Τότε που ζούσαν οι γονείς της και, παρά την φτώχεια τους, πάντα περίμενε εκείνη κι ο αδερφός της με λαχτάρα αυτή την γιορτή. Ναι, είχε κι έναν αδερφό. Είχε, έχει, ποιος ξέρει… Δυο χρόνια μεγαλύτερος από κείνη, στα δεκαεφτά του, μπάρκαρε κι από τότε έχει να τον δει. Κάποιοι είπαν ότι πνίγηκε. Άλλοι, ότι τον σκότωσαν κάπου στην Αραπιά όπου είχε αράξει το καράβι του. Κανείς, ποτέ, δεν έμαθε κάτι σίγουρο να της πει για τον αδερφό της τον Θωμά. Στην αρχή για δυο – τρία χρόνια, τους έγραφε και τους έστελνε λεφτά. Μετά, χάθηκε. Η λογική της έλεγε να τον κλάψει, όπως έκανε και η μάνα της μέχρι τα στερνά της. Η ίδια όμως, πίστευε ότι ζούσε. Αυτά θυμόταν η Πελαγία κι αναστέναζε. Αναστέναζε για την ζωή της, τον Λάμπρο, τα παιδιά της; Για όλους μαζί; Μαύρη η ζωή της, όπως και τα ρούχα της. Συνήθεια πια, που θα την συνοδεύει μια ζωή. Φόραγε και μαντίλια στα μαλλιά της, που ο πόνος τα είχε πρόωρα ασπρίσει. Ήταν όμορφη γυναίκα η Πελαγία στα νιάτα της. Λάφυρο για όποιον κατάφερνε να κερδίσει την καρδιά της, όχι μόνο απ’ τους νέους του χωριού ποθητή αλλά κι απ’ τα γύρω χωριά την γυρέψανε. Τα προξενιά, πολλά και δελεαστικά. Οι γαμπροί, στέλναν χαμπέρια στους δικούς της με όποιον τρόπο μπορούσε ο καθένας. Η καρδιά όμως, δεν λογαριάζει παράδες και εντυπώσεις. Η καρδιά, λογαριάζει με το δικό της τρόπο. Ο Λάμπρος, την κέρδισε. Τον έβλεπε να δουλεύει στο χωράφι και να καίγεται στο λιοπύρι. Αυτό ήταν. Ο ήλιος έκαιγε τα μπράτσα του Λάμπρου και, ο Λάμπρος την καρδιά της Πελαγίας. Μίλησε στους γονείς της. Μονάκριβη πως ήταν, δεν της χάλασαν το χατίρι. Πιάσανε το Λάμπρο κι αυτό ήταν! Παρά την φτώχεια και των δύο οικογενειών, ο γάμος έγινε και τίποτα δεν είχε να ζηλέψει απ’ τους άλλους. Λεβέντης αυτός, ζωγραφιά εκείνη, ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι στην ευτυχία απ’ το ξωκλήσι του Άη Νικόλα, έξω απ’ το χωριό τους.

Φέτος, θα πρέπει να κάνω κάτι. Πρέπει να καταλάβουν τα παιδιά, ότι έχουμε γιορτές. Είχε κάνει ήδη τα σχέδιά της στα κρυφά. Καιρό τώρα, ετοίμαζε τα δώρα τους. Αφού δεν έχει να τους αγοράσει, σκέφτηκε να τους τα φτιάξει η ίδια… Και τα είχε ήδη τελειώσει.

Πριν καιρό, με την πρώτη ευκαιρία που βρήκε, κατέβηκε στην πόλη για κάποιες δουλειές που της εμπιστεύτηκε ο παπάς του χωριού, ο παπά – Φώτης. Της έδωσε και επιπλέον κάποια χρήματα να πάρει κάτι για τα παιδιά, λόγο της εξυπηρέτησης που του έκανε. Μετά τον θάνατο του Λάμπρου ο παπάς, στάθηκε πατέρας πραγματικός για την Πελαγία. Όπου μπορούσε, την βοηθούσε και της παραστεκόταν. Γέρος πια, δεν τον βαστούσαν και τα πόδια του… Προσέτρεχε στη βοήθεια της για τις δουλειές, που πολλές φορές, τον ανάγκαζαν να μετακινείται έξω απ’ το χωριό. Με την Πελαγία όμως, είχε ηρεμήσει. Την εμπιστευόταν σαν την κόρη που δεν είχε, καθώς ο παπά Φώτης δεν είχε παντρευτεί και δεν είχε παιδιά. Έτσι είχε εξασφαλισμένο ένα πιάτο φαί για τα μικρά η Πελαγία. Η παρόρμηση κάθε μάνας την καλούσε να τους αγοράσει καμιά σοκολάτα, λίγες καραμέλες, κάτι που πρόσκαιρα τέλοσπάντων, θα γλύκανε τις καρδούλες τους, με τα χρήματα που της έδωσε ο παπά – Φώτης. Εκείνη όμως, σκέφτηκε τότε τα Χριστούγεννα που ερχόντουσαν και τότε, μια ιδέα κατέβηκε στο κεφάλι της! Μπήκε σ’ ένα μαγαζί με είδη ραπτικής και ξόδεψε τα χρήματά της, σε λίγα μάλλινα τόπια χρωματιστές κλωστές και δυο μεγάλες βελόνες πλεξίματος! Ευχόταν μόνο να της έφταναν τα τόπια για να τους πλέξει από ένα πουλόβερ στον καθένα. Θα ήταν τα δώρα για τα παιδιά της, αυτές τις μέρες! Κάτι τέτοιο έκανε και η γιαγιά της. Όλο τον χρόνο έπλεκε και τις γιορτές, γέμιζε με τα δώρα της, πουλόβερ, σκουφιά, γάντια, τις αγκαλιές των εγγονιών της, εκείνης και του Θωμά! Αυτό σκέφτηκε η Πελαγία και έβαλε σ’ εφαρμογή το σχέδιό. Την έβρισκε το ξημέρωμα με τις βελόνες να πλέκει, καθώς δεν ήθελε να πάρουν χαμπάρι τα παιδιά, την έκπληξη που τους ετοίμαζε. Τρία μάλλινα πουλόβερ, κρυμμένα προσεκτικά στην μεγάλη ντουλάπα του δωματίου της, περίμεναν τους παραλήπτες τους! Θα τους τα έδινε την επομένη, όταν γυρνούσαν απ’ την εκκλησία, την ώρα που θα κάθονταν στο λιτό μα γιορτινό τους τραπέζι.

Κόντευε μεσημέρι. Η Πελαγία ετοίμαζε κάτι πρόχειρο να φάνε σήμερα, νήστευαν άλλωστε για να μεταλάβουν όλοι τους αύριο. Τα φαγητά που θα τους ετοίμαζε για το μεσημέρι των Χριστουγέννων, θα τα έφτιαχνε το βράδυ. Θα έκανε και γλυκό. Όχι κάτι σπουδαίο, ραβανί από σιμιγδάλι, λίγη ζάχαρη, λάδι και νερό. Όμως, απ’ το τίποτα, κάτι είναι κι αυτό.

Αυτά σκεφτόταν όταν συνειδητοποίησε, ότι τα παιδιά ακόμα δεν είχαν γυρίσει. Είχαν πάει για τα κάλαντα και τα τρία μαζί, όπως και όλα τα παιδιά του χωριού άλλωστε.

Ίσως, κάπου θα παίζουν σκέφτηκε… «Άδικα ανησυχώ».

Επιτέλους ήρθαν. Χαμογελαστά και αναψοκοκκινισμένα, μπήκαν στο σπίτι και φίλησαν την μάνα τους. Κάτι πονηρό έλαμπε στα μάτια τους και δεν πέρασε απαρατήρητο απ’ την Πελαγία… Έκανε όμως ότι δεν κατάλαβε κάτι. Της απέσπασε γρήγορα και την προσοχή ο μικρός που χώθηκε στην αγκαλιά της. Ο Γιάννης, χωρίς πολλά – πολλά, έτρεξε στο δωμάτιό τους. Ξαναήρθε ανακουφισμένος, ούτε στην τουαλέτα να είχε πάει! Όσο κι αν τον κοίταγε η μάνα του στα μάτια, η αθωότητα του βλέμματός του, έπειθε τον καθένα.

«Για πείτε μου τώρα, γιατί αργήσατε; Που ήσασταν; Μαζέψατε τίποτα με τα κάλαντα;».

Τότε, η Γωγώ, άφησε στο τραπέζι μια σακούλα, γεμάτη με πράγματα που δεν είχε προσέξει η Πελαγία.

«Τι είναι αυτά;», ρώτησε απορημένη;

«Να, με τα λεφτά που βγάλαμε, πήγαμε και ψωνίσαμε για το τραπέζι των Χριστουγέννων. Για να μην στεναχωρηθείς που δεν θα έχουμε πολλά φαγητά να φάμε. Πήραμε και μερικά στολίδια! Δεν έχουμε κρεμάσει τίποτα στο σπίτι για τις γιορτές», έσπευσε ν’ απαντήσει η Γωγώ.

Πήρε συγκινημένη την σακούλα που ήταν και σχετικά βαριά. Έβγαλε τα πράγματα ένα – ένα και τ’ αράδιασε στο τραπέζι. Ένα κουτί γλυκά, μισό κουραμπιέδες, μισό μελομακάρονα! Δεν της είχαν περισσέψει της ίδιας για τέτοιες πολυτέλειες. Γιρλάντες και μικρές πολύχρωμες μπαλίτσες! Ένα μπαστούνι σαλάμι κι ένα κομμάτι κίτρινο τυρί! Ρύζι, κοτόπουλο κι ένα λάχανο! Αυτά είδε μπροστά της η Πελαγία και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Άρχισε να κλαίει. Βουβά στην αρχή, με αναφιλητά στην συνέχεια. Τα παιδιά την άφησαν να κλάψει. Καταλάβαιναν ότι το είχε ανάγκη. Καταλάβαιναν επίσης, ότι το κλάμα αυτό ήταν αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Κλάμα λυτρωτικό.

«Τι θα γίνει τώρα;», φώναξε ο Γιάννης. «Θα κλαίμε σαν μωρά παιδιά; Ελάτε να στολίσουμε το σπίτι, πείνασα κιόλας»!

Με την ανάστροφη του χεριού της, σκούπισε τα δάκρυα η Πελαγία, φίλησε τον μικρό που ακόμα κρατούσε αγκαλιά και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα της και, καταπιάστηκε να στολίζει το σπίτι μαζί με τα παιδιά. Με την ευκαιρία, το σκούπισαν ξανά και το ξεσκόνισαν. Αποκαμωμένοι, κάθισαν να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα τους. Τίποτα σπουδαίο. Φακές!

«Και τώρα, ξεκουμπιστείτε! Τραβάτε στους φίλους σας. Θα πρέπει να μαγειρέψω γι’ αύριο. Να είστε πίσω στις εννιά, για να πλυθείτε. Θα κοιμηθείτε νωρίς απόψε. Χαράματα, θα πάμε στην εκκλησία. Μην το ξεχνάτε».

Τα παιδιά έφυγαν. Συγκινημένη τότε η Πελαγία, άρχισε να μαγειρεύει.

Ξημέρωσαν Χριστούγεννα! Όλο το χωριό, ήταν στο πόδι. Μετά το σχόλασμα, οι άντρες στα καφενεία για καφέ και χαρτιά, οι γυναίκες στα σπίτια για τις ετοιμασίες του γιορτινού τραπεζιού και η πιτσιρικαρία, στα σοκάκια για παιχνίδια με το χιόνι που από το βράδυ άρχισε να πέφτει και πλέον κάλυπτε τα πάντα!

Το σπίτι μοσχοβολούσε κι ένα φορτωμένο τραπέζι με λιχουδιές, περίμενε την Γωγώ, τον Γιάννη και τον Λάμπρο, όταν επέστρεψαν το μεσημέρι. Έπλυναν τα χέρια τους και κάθισαν στο τραπέζι. Έφαγαν του σκασμού με όρεξη που περίσσευε! Καιρό είχαν να φάνε τόσο καλά! Όταν σκούπισαν τα πιάτα τους στην κυριολεξία, οι ανάσες όλων ήταν βαριές και τα στομάχια πρησμένα! Κανείς δεν μιλούσε. Απ’ τον λήθαργο, τους ξύπνησε η πρόσχαρη φωνή της Πελαγίας, που είπε με φωνή γεμάτη νάζι και μυστήριο…

«Οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ…»!

Σηκώθηκε τότε απότομα και πήγε στο δωμάτιό της. Όταν επέστρεψε, τρία γεμάτα απορία παιδικά βλέμματα, καρφώθηκαν πάνω της και κοιτούσαν με λαχτάρα τις πολύχρωμες σακούλες που κρατούσε στα χέρια της!

«Όλα τα καλά παιδιά, τα Χριστούγεννα, ο Χριστούλης που γεννιέται, τους φέρνει δώρα! Φέτος, σας έφερε και εσάς, διότι ήσασταν καλά παιδιά και δεν στεναχωρήσατε την μανούλα σας»!

Έδωσε στον καθένα την δική του σακούλα. Όλο αδημονία εκείνα τις πήραν και έβγαλαν από μέσα τα δώρα τους. Ένα κόκκινο, ένα πράσινο κι ένα μπλε πουλόβερ, έκαναν την εμφάνισή τους. Με μάτια που έλαμπαν, κοίταζαν το ένα το άλλο και όλα μαζί τη μάνα τους. Εκείνη έλαμπε από ευτυχία! Έξι μάτια αυτόματα, άρχισαν να δακρύζουν. Σηκώθηκαν κι έκαναν ένα κύκλο γύρω από την Πελαγία. Την φιλούσαν και τα δάκρυά τους, ενώνονταν με τα δικά της. Τότε, ο Γιάννης σαν να τον χτύπησε το ηλεκτρικό, ξεκόλλησε απ’ την αγκαλιά της μάνας του και πήγε στο παιδικό δωμάτιο. Όταν γύρισε, κρατούσε κάτι στα χέρια του…

«Μάνα, χθες αργήσαμε όχι μόνο για τα ψώνια. Πήγαμε στην πόλη και σου πήραμε κι εσένα ένα δώρο! Γιατί είσαι η καλύτερη μάνα του κόσμου…»! Και της έδωσε το πακέτο που κρατούσε.

Εκείνη το πήρε και το άνοιξε όλο λαχτάρα. Την εμφάνισή τους, έκαναν τρία πολύχρωμα μαντίλια. Ένα κόκκινο, ένα πράσινο κι ένα μπλε! Σύμπτωση; Ίσως. Πολλές φορές η ζωή, κρατάει στιγμές και συμπτώσεις, που τις εμφανίζει θέλοντας να στείλει τα δικά της μηνύματα στους παραλήπτες. Η αγάπη όμως, τις περισσότερες φορές, κερνάει τις καλύτερες από αυτές τις συμπτώσεις.

«Σου πήραμε τρία μαντίλια με χρώματα, για να βγάλεις επιτέλους τα μαύρα που φοράς. Δεν σου πάνε και μας στεναχωρείς όταν τα βάζεις».

Γοεροί λυγμοί τύλιξαν τότε την Πελαγία. Αγκάλιαζε και φιλούσε τα παιδιά της. Ορκίστηκε στον εαυτό της, ότι θα άλλαζε. Δεν θα’ κλαιγε πια ποτέ ξανά. Θα έβγαινε έξω στον κόσμο και θα πάλευε με νύχια και με δόντια για τα βλαστάρια της.

Το χιόνι που έξω συνέχιζε να πέφτει, θα κάλυπτε τις σκιές του παρελθόντος. Όταν γίνει πάγος και λιώσει, θα πάρει μαζί του την χήρα που ζητιανεύει για να ζήσει τα παιδιά της και θα εμφανίσει μια νέα, δραστήρια γυναίκα, που θα παλεύει με το κεφάλι ψηλά, για να χαρίσει την ελπίδα στα παιδιά της, κάτι που είναι πολύ δύσκολο για μια κλειστή κοινωνία όπως εκείνη του χωριού της.

Η αγάπη όμως όταν προέρχεται από τα ίδια σου τα γεννήματα, σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Και η Πελαγία, εκείνα τα Χριστούγεννα, πήρε πολύ αγάπη από τα αγγελούδια της. Τόση αγάπη, που έδωσε υπόσχεση στον εαυτό της και στον μακαρίτη, ότι θα έκανε τα πάντα για να μην νιώσουν ποτέ ξανά η ίδια και τα παιδιά τους, διαφορετικοί απ’ τους άλλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου