Στην εποχή της λατέρνας



Οι δύο άντρες, απολάμβαναν τον καφέ τους, σε γνωστή καφετέρια της παραλιακής.

Ο καιρός ήταν δροσερός, ανοιξιάτικος, μέσα Οκτώβρη. Η συζήτηση περιστρέφονταν γύρω από την επικαιρότητα. Θα πάρουμε την δόση; Θα πτωχεύσουμε; Τα παιδιά μου θέλουν να φύγουν στο εξωτερικό… Το χαράτσι είναι απλήρωτο, λες να μας κόψουν το ρεύμα; Ερωτήματα που ισοδυναμούν σήμερα με εκείνα του στυλ, τι είναι η ζωή και τι ο άνθρωπος ή ακόμα χειρότερα, η κότα έκανε τ’ αυγό η το αυγό την κότα… Αδιέξοδες συζητήσεις, χωρίς απαντήσεις οι περισσότερες. Η σιωπή, ήρθε και φώλιασε ανάμεσά τους.. Ο κόσμος τριγύρω λίγος, με διάθεση ανάλογη. Μόνη παρηγοριά, η θάλασσα απέναντι…

Την σιωπή, έσπασε ένας πολύ μελωδικός ήχος. Μερικά κεφάλια γύρισαν προς την πηγή του ήχου. Όσα δεν γυρίσανε, σφάλισαν τα μάτια τους και ανασύρανε από την μνήμη τους εικόνες και στιγμές άλλες, από άλλες εποχές…

Γαρύφαλλο στ΄ αυτί και πονηριά στο μάτι
Η τσέπη άδεια πάντοτε, μα η καρδιά γεμάτη
Γαρύφαλλο στ΄ αυτί και ποιος θα σου τ΄ αρπάξει
Σφιχτή γροθιά το στήθος σου, που σκίζει το μετάξι

Το τραγούδι τελείωσε, μερικοί χειροκρότησαν, ο ηλικιωμένος λατερνατζής μάζεψε μερικά φραγκοδίφραγκα, σήκωσε τ’ όργανο στην πλάτη του κι απομακρύνθηκε, αφήνοντας τους θαμώνες του παραλιακού καφέ στις σκοτούρες τους.

Ύστερα από μια παρατεταμένη σιωπή, ο νεαρότερος απ’ τους δύο άντρες ρώτησε τον σύντροφό του… :

-          « Επιστρέφουμε στην εποχή της λατέρνας μ’ όλα όσα παρατηρούμε να συμβαίνουν γύρω μας;»

-          « Θα δείξει, ποιος μπορεί ν’ απαντήσει με σιγουριά στις μέρες μας…» απάντησε ο άλλος.

-          « Τι ξέρεις για τη λατέρνα;»

-          « Όχι πολλά πράγματα…», απάντησε με σκεπτικισμό ο μεγαλύτερος άντρας, ενώ παράλληλα ενεργοποιούσε τον φορητό του υπολογιστή τύπου i-pad. «Θα ψάξω στο διαδίκτυο να μάθουμε, μου κέντρισες το ενδιαφέρον με την ερώτησή σου».

« …Βασίλευε στα πολυτελή εστιατόρια του Βοσπόρου, τότε που ο ελληνισμός της Πόλης ζούσε τη «χρυσή του εποχή». Όλα τα μεγάλα κέντρα και τα πλουσιόσπιτα της Πόλης και της Μικράς Ασίας, είχαν τις δικές τους λατέρνες. Δεν γινόταν γάμος ή χορός ή άλλη γιορτή χωρίς λατέρνα που να παίζει μέχρι το πρωί. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν γύρω στις 5.000 λατέρνες στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα και Πειραιά, ένας αριθμός εντυπωσιακός, γατί σε σχέση με τον τότε πληθυσμό είχε την ίδια πυκνότητα ανά κάτοικο που έχουν σήμερα τα πιάνα.

Η λατέρνα μεσουράνησε σε μια εποχή που δεν υπήρχε γραμμόφωνο, ραδιόφωνο, στερεοφωνικό, τηλεόραση….κυριολεκτικά τίποτα. Ο κόσμος με τη λατέρνα ψυχαγωγήθηκε, χόρεψε, τραγούδησε….Γράφτηκαν σ’ αυτήν τραγούδια Σμυρναίικα, δημοτικά, ρεμπέτικα, κανταδόρικα. Εθνικά εμβατήρια , ακόμη και πόλκες, μαζούρκες, βαλσάκια και ταγκό. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι ένα σοβαρό κομμάτι από τη μουσική μας κληρονομιά είναι επηρεασμένο από τα ακούσματα και τις τεχνικές δυνατότητες αυτού του οργάνου.

Η δικτατορία του Μεταξά απαγορεύει το ρεμπέτικο και μαζί μ’ αυτό θέτει «εκτός νόμου» και τη λατέρνα. Τα όργανα μαζεύονται από το δρόμο, και αποσύρονται στις αποθήκες. Το φιλί της ζωής για τη Λατέρνα που ξεψυχάει θα το δώσει ο κινηματογράφος, που την είχε υποστηρίξει και στο παρελθόν, δια χειρός Φιλοποίμενος Φίνου αυτή τη φορά γυρίζει δύο ταινίες όπου πρωταγωνιστεί η Λατέρνα: το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» το 1955 και το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» το 1957, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου με τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο, Καρέζη, Αλεξανδράκη.

Η υπέροχη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι τυπωμένη στον κύλινδρο από τον Νίκο Αρμάο ενθουσιάζει τον κόσμο. Η λατέρνα γίνεται μόδα. Όσοι μπορούν να πληρώσουν παίρνουν ένα όργανο στο σπίτι. Όλοι σχεδόν οι μεγάλοι συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Πλέσσας χρησιμοποιούν τον ήχο της για να ντύσουν τα τραγούδια τους.

Η λατέρνα μπαίνει στο soundrack κι άλλων ταινιών, όπως το «Ποτέ την Κυριακή», «Τα κόκκινα φανάρια». ακόμα και ξένων παραγωγών όπως το «Απόδραση στην Αθήνα». Όμως οι μέρες της μεγάλης δόξας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Με τη χούντα μάλιστα έρχονται και νέες περιπέτειες για τους περιπλανώμενους οργανοπαίκτες που οδηγούνται στα κρατητήρια με την κατηγορία της επαιτείας.

 Σήμερα στην περιοχή της Αττικής υπάρχουν λιγότερα από 10 περιπλανώμενα όργανα και ίσως να υπάρχουν και άλλα τόσα στην υπόλοιπη Ελλάδα. ( Λιναρδάτος )»

-          « Μάλιστα, τι λες λοιπόν;»

-          « Τι να πω… Άλλες εποχές»

Ας αφήσουμε όμως τους φίλους να πιουν τον καφέ με την ησυχία τους… Ενδιαφέρον σκηνικό. Αλήθεια, λέτε να επιστρέφουμε σ’ εκείνη την εποχή; Δεν αναφέρομαι στην εποχή της Πόλης ή της Μικράς Ασίας… Αναφέρομαι στην πιο πρόσφατη, της δεκαετίας του 50’ και του 60’. Πολλές φορές τελευταία, ακούμε την φράση ότι η χώρα μας, με το νέο μνημόνιο, γυρνά πολλές δεκαετίες πίσω. Στις μέρες που ο κινηματογράφος στην χώρα μας ανθούσε και η λατέρνα έγινε μόδα. Νοσταλγική εποχή αναμφίβολα, μίζερη όμως… Η ψυχολογία του κόσμου, είναι σε τέτοια κατάσταση, που το να αναπαράγουμε αυτές και να κλαίμε την μοίρα μας, δεν οδηγεί κάπου.

Εδώ βέβαια που τα λέμε, μπορεί και να είναι καλό να επιστρέψουμε σ’ εκείνη την μακρινή εποχή. Ο λόγος απλός. Η ανάπτυξη και η αλλαγή σε πολλούς τομείς, ακολούθησε την εποχή της λατέρνας! Τόσο χρόνια βέβαια μετά, ξυπνήσαμε κι ανακαλύψαμε ότι κάτι είχαμε κάνει λάθος. Ε λοιπόν, ας το πάρουμε αλλιώς αυτή την φορά. Ας κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα, βασισμένο σε γερά θεμέλια, όσο κι αν χρειαστεί να πονέσουμε και να ματώσουμε. Ας κάνουμε μια νέα αρχή, βασισμένοι σε υγιής δυνάμεις και όχι δανεικά δεκανίκια. Δύσκολο, όχι ακατόρθωτο. Γιατί αν δεν το πάρουμε απόφαση, στον δρόμο δεν θα κυκλοφορούν μόνο λατέρνες αλλά και λουστράκια, εξαθλιωμένοι γέροντες και αποστεωμένοι μεσήλικες.

1 σχόλιο:

  1. Ε λοιπόν, ας το πάρουμε αλλιώς αυτή την φορά. Ας κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα, βασισμένο σε γερά θεμέλια. Μπράβο ρε γειτονάκι. Εμείς τα γράφούμε αλλά ποιός τ' ακούει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή