Τα μυστικά των σκουπιδιών



Σουρούπωνε και το πρώτο δυνατό κρύο για τον φετινό περίεργο από κάθε άποψη χειμώνα, είχε κλείσει τους ανθρώπους στα σπίτια τους. Σάββατο και καμιά διάθεση για έξοδο, με βασική αιτία, την έλλειψη ρευστότητας, τι άλλο..

Ο νεαρός άντρας, χάζευε στον υπολογιστή του, συνομιλώντας διαδικτυακά και με άλλους στην ίδια με αυτόν κατάσταση. Του φαινόταν περίεργο, πως είχε φτάσει σε αυτό το σημείο… Αδιανόητο σχεδόν. Πως έχουν έρθει έτσι τα πράγματα αναρωτήθηκε. Τέτοια ώρα κανονικά, έπρεπε να είναι στο μπάνιο, να ξυρίζεται και να γεμίζει τη μπανιέρα του με καυτό νερό, έλαια και άλατα, να αντιμετωπίσει πάνοπλος την προκλητική Σαββατιάτικη νύχτα, στα μπουζουκομάγαζα και τα in μπαράκια της πόλης, σε ανεύρεση ενός έρωτα η πιο απλά, μια ξεπέτας για το διήμερο. Άνεργος πολιτικός μηχανικός, με όνειρα και φιλοδοξίες, αλλά, τι ψάχνεις τώρα…

Το κουδουνάκι του δημοφιλούς ιστότοπου κοινωνικής δικτύωσης, με την ένδειξη για την έναρξη νέας συζήτησης ξαναχτύπησε… Ποια είναι αυτή πάλι; Καλή φαίνεται… Την ξέρω; Δεν θυμόταν… Μάλλον κάπου την έχω πηδήξει σκέφτηκε… Πως αλλιώς να εξηγήσει το πρώτο αυτό μήνυμα:

 « Ζουζούνι μου, τι κάνεις; Χαθήκαμε βρε! Είσαι καλά;; Τι θα’ λεγες για ένα ποτάκι απόψε να θυμηθούμε τα παλιά…;»

Ζουζούνι μου…; Να θυμηθούμε τα παλιά…; Ποια παλιά; Να τα θυμόμασταν, πολύ ευχαρίστως… Μια άλλη εποχή όμως. Σήμερα; Με τι λεφτά κοπέλα μου; Μας δουλεύεις; Παίζεις με τον πόνο μας βραδιάτικα; Αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα και έκλεισε τον υπολογιστή του εκνευρισμένος, αφήνοντας την νεαρά εμβρόντητη να σκεφτεί μόνη της τα παλιά…! Η τουλάχιστον, χωρίς την δική του παρέα. Σιγά μην έμενε μόνη της… Κάποιον θα έβρισκε να της καλύψει της μοναξιές της απόψε η… ζουζούνα. Ξέμπαρκη, δεν θα έμενε.

Άναψε τσιγάρο, ευτυχώς η γιαγιά ζει ακόμα και με την σύνταξη του ΟΓΑ που παίρνει, τον χαρτζιλικώνει, για τα τσιγάρα τουλάχιστον. Ξεφτίλα! Ογδόντα πέντε χρονών γυναίκα, άρρωστη, που με το υπέρογκο ποσό των τριακοσίων πενήντα ευρώ της αγροτικής σύνταξης, δεν της φτάνουν ούτε τα φάρμακά της να πληρώσει, ούτε τις υποχρεώσεις της καθημερινής της διαβίωσης να καλύψει στο φτωχικό της στο χωριό που μένει μόνη κι όμως, το κατοστάρικο, έχει δεν έχει, του το έστειλε, όπως κάνει τους τελευταίους μήνες που είναι άνεργος. Αδυναμίες είναι αυτές… Έχει και το όνομα του μακαρίτη άντρα της και παππού του. Κατευθύνθηκε στο παράθυρο, το άνοιξε δυο δάχτυλα μόνο για να φεύγει η κάπνα και παρατηρούσε έξω, την κίνηση στη γειτονιά. Ποια κίνηση δηλαδή; Μια παρέα δεκαπεντάχρονα μες στην καλή χαρά πέρασαν και χάθηκαν, ένα γέρικο μπάσταρδο, στη γωνία του δρόμου να ψάχνει βαριεστημένα στους κάδους απορριμμάτων κάτι να ξεγελάσει το άδειο στομάχι του… Κάτι φαίνεται να βρήκε που το κράταγε όλο χαρά ανάμεσα στα δόντια του και, κουνώντας ευχαριστημένο την ουρά του γρήγορα έσπευσε να απομακρυνθεί απ’ το σημείο. Και στην απέναντι πολυκατοικία, μια ευτραφής κυρία, με νευρικές κινήσεις μάζευε την μπουγάδα, ενώ παράλληλα ξεφώνιζε στο κινητό που είχε στην ποδιά της, με τα hands-free περασμένα στα αυτιά. Μυστήριο πράγμα η τεχνολογία… Η εξηντάρα γειτόνισσα της μπουγάδας, στη δική του ηλικία, τριάντα χρόνια πριν, πολύ πιθανό να μην ήξερε τι είναι το τηλέφωνο και τώρα έχει και κινητό… Φαντάσου λέει να είναι και i-phone!!! Ήταν μεγάλη η απόσταση και το μυστήριο με το τηλέφωνο της χοντρής, αν είναι i-phone η κάτι άλλο, απόψε τουλάχιστον, θα έμενε άλυτο.

Έσβησε το τσιγάρο του κι άπλωσε το χέρι να κλείσει το παράθυρο. Τι ψοφόκρυο αλήθεια είναι αυτό; Το χέρι, έμεινε μετέωρο, λίγο πριν αγγίξει τον σύρτη… Πως δεν το είχε προσέξει πριν; Το κατέβασε και μηχανικά άναψε κι άλλο τσιγάρο και συγκέντρωσε την προσοχή του στο σκοτεινό εκείνο σημείο του δρόμου, ανάμεσα σε δυο παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ένα μικρό φορτηγάκι σαν κι αυτά των ελληνικών ταχυδρομείων και μια άσπρη σακαράκα, ξεχασμένη στο σημείο πάνω από ένα χρόνο απ’ ότι μπορεί ο ίδιος αυτή την στιγμή να θυμηθεί.

Καθισμένη στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στα δύο αυτοκίνητα, μια σιλουέτα διακρινόταν αμυδρά στο ελάχιστο φως που μία όλη κι όλη λάμπα του δημοτικού φωτισμού που λειτουργούσε, χάριζε. Αυτή η λάμπα, πιο πολύ έδινε με το πορτοκαλί της φως μια αλλόκοτα θλιβερή διάσταση στο ζοφερό σκηνικό της έρημης γειτονιάς, παρά χρήσιμη ήταν… Σίγουρα, κι αυτή θα τίναζε σύντομα τα πέταλά της, εύκολα κανείς το αντιλαμβανόταν.

Απ’ όσο λοιπόν μπορούσε ο Μάνος να διακρίνει κάτω από αυτές τις συνθήκες, η σιλουέτα, δεν πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρονών… Καθόταν στο πεζοδρόμιο και χουχουλιάζοντας, προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της η, να τον πείσει καλύτερα, ότι δεν κρύωνε και τόσο πολύ πια. Κοίταζε νευρικά δεξιά – αριστερά, όταν το βλέμμα του δεν συγκεντρώνονταν σ’ ένα σημείο που ο ίδιος δεν μπορούσε να εντοπίσει ποιο ήταν. Τον έβλεπε προφίλ… Δύσκολο να τον αναγνωρίσει…

 Βάζοντας τα δυο δάχτυλα στο στόμα του, έριξε ένα δυνατό σφύριγμα, κόλπο που του έμεινε απ’ τη θητεία του στον στρατό, για να τραβήξει με τον τρόπο αυτό, την προσοχή της ανθρώπινης φιγούρας. Το κόλπο έπιασε! Το μυστηριώδες πρόσωπο, γύρισε μεμιάς το κεφάλι του απότομα, προσπαθώντας να καταλάβει την πηγή προέλευσης του ήχου. Ευτυχώς, ο ίδιος δεν διακρινόταν. Το φυμέ τζάμι του διαμερίσματος, επέτρεπε την απρόσκοπτη παρατήρηση του στόχου, χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Η σκηνή αυτή της γάτας με το ποντίκι, κράτησε κάμποση ώρα. Η ένταση ήταν φανερή τόσο στον παρατηρητή, όσο και στον εκτεθειμένο… στόχο. Στόχος γιατί άραγε; Απ’ το μυαλό του Μάνου, πέρναγαν πολλές σκέψεις. Θα μπορούσε αυτός ο κρυμμένος στα σκοτάδια, να είναι και να κάνει οτιδήποτε. Η αδρεναλίνη του όσο τα λεπτά κυλούσαν, χτύπαγε κόκκινο.

Δεν ήταν σίγουρος… Γνωστή φάτσα στη γειτονιά σίγουρα. Μα γιατί δεν είναι μέσα στο σπίτι του τέτοια ώρα; Περίεργα πράγματα… Έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί ποιο ήταν το, κατά πάσα πιθανότητα, νεαρό αυτό αγόρι…

 Ένα αυτοκίνητο έστριψε στη γωνία και κύλησε στο μικρό συνοικιακό δρομάκι. Θορυβημένος ο νεαρός κοίταξε προς τα εκεί. Οι προβολείς του αυτοκινήτου, τον σημάδεψαν κατάφατσα για μια φευγαλέα στιγμή. Αυτή η ελάχιστη στιγμή ήταν όμως υπέραρκετή, να δώσει στο Μάνο την ευκαιρία να δει το πρόσωπο του μικρού με όλες του τις λεπτομέρειες. Και τότε, θυμήθηκε…

Ο νεαρός του πεζοδρομίου, είναι ο Χάρης. Ποιος είναι ο Χάρης; Ο Χάρης, είναι ο γιός του συγχωρεμένου του κυρ – Θωμά, που πριν έξι μήνες έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, ύστερα από πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια.

 Ο κυρ – Θωμάς… Υπέροχος άνθρωπος! Στολίδι για τη γειτονιά και την συνοικία ολόκληρη. Ήταν ο φούρναρης που κάθε μέρα γέμιζε με τα φρέσκα ψωμιά του τα στομάχια δεκάδων οικογενειών τριγύρω. Αν υπάρχουν επαγγέλματα που αποκαλούνται λειτούργημα, σίγουρα ένα τέτοιο είναι και του φούρναρη. Λειτούργημα; Γιατί τσάμπα δουλεύουν οι φουρνάρηδες; Σωστό. Για τους άλλους φουρναραίους, δεν ξέρω, για τον κυρ – Θωμά όμως όχι. Ήταν και παραήταν λειτούργημα. Πιο πολύ απ’ το ψωμί που κάθε μέρα ζύμωνε, το χάριζε σε ανήμπορους γείτονες, παρά το πουλούσε. Ειδικά απ’ την περίοδο που η οικονομική κρίση χτύπησε την απόμερη αυτή γωνιά του Πειραιά. Και ποιο ήταν το αντάλλαγμα για τον υπέροχο αυτό άνθρωπο; Κανένα απολύτως. Ήρθε η εφορία μια μέρα και του είπε, « ξέρετε κύριε, χρωστάτε…». « Πόσα ρε παιδιά, να τα βρούμε, κάντε μια διευκόλυνση, τόσα στόματα ταΐζω κάθε μέρα, τι θέλετε να κάνω; Ν’ αφήσω τόσους ανθρώπους νηστικούς; Ναι σας έκλεβα… Έπρεπε να διαλέξω… Η θα τα δώσω σ’ εσάς η, στους ανήμπορους γείτονές μου… Ε, διάλεξα τα γειτονάκια μου κι όταν ξελάσπωνα λίγο, θα ξεπλήρωνα και τα χρέη μου σ’ εσάς…».

Όταν οι δύο κουστουμάτοι έφυγαν απ’ τον φούρνο ευχαριστημένοι που έκαναν το ιερό τους καθήκον, ένα ασθενοφόρο ήρθε και χάλασε τον κόσμο με την σειρήνα του. Αρκετοί περίεργοι, βγήκαν στα μπαλκόνια τους, ενώ άλλοι σταμάτησαν καταμεσής του δρόμου όπου στέκονταν. Η θλίψη ήρθε και φώλιασε στην καρδιά όλων όταν διαπίστωσαν ότι ο αγαπημένος τους φούρναρης έβγαινε τέζα απ’ το μαγαζί του. Ποτέ δεν τον ξανάδαν από εκείνη την στιγμή να ανοίγει η να κλείνει τη μεγάλη τζαμόπορτα του φούρνου...

Το φως απ’ την είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας άναψε. στόχος και παρατηρητής μηχανικά έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τα εκεί, ξεκολλώντας το μυαλό του ο καθένας από τις σκέψεις που είχε βυθιστεί. Να’ σου πάλι η χοντρή με το i-phone, κρατώντας τα σκουπίδια της ημέρας. Περπάτησε τα λίγα βήματα που την χώριζαν απ’ τον κάδο. Άνοιξε το μεγάλο του καπάκι και τα έριξε μέσα όλα. Όλα…; Σχεδόν όλα… Απ’ ότι μπορούσε να διακρίνει ο Μάνος, ο κάδος ήταν σχεδόν άδειος. Η χοντρή όμως, άφησε μια νάιλον σακούλα έξω απ’ αυτόν… Παράξενο. Παρά τα πολλά κιλά της, με χάρη έστρεψε τον κώλο της σε όλους και ξαναμπήκε αεράτα στην πολυκατοικία της. Το φως έσβησε… Όλα ήρεμα ξανά...

Ο Χάρης της σκιάς, σηκώθηκε προσεκτικά, σα να ετοιμαζόταν να κάνει κάτι παράνομο. Με βήμα γρήγορο και νευρικό, εξακολουθώντας να προσέχει γύρω του για τυχόν αδιάκριτα βλέμματα, πλησίασε τον κάδο. Με μια απότομη κίνηση, έσκυψε, πήρε την σακούλα που η χοντρή είχε αφήσει εκτός αυτού, την άρπαξε γρήγορα και σκυμμένος πίσω απ’ τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, έσπευσε να πάει όσο πιο γρήγορα μπορεί στην αρχική του θέση στο σκοτάδι. Έχοντας πια συνηθίσει ο Μάνος από την παρακολούθηση στα σκοτεινά τόση ώρα, τα μάτια του συνήθισαν και μπορούσε να παρατηρεί με μεγαλύτερη άνεση την κάθε κίνηση του μικρού.

Αυτό που έβλεπε, τον σόκαρε και τον συγκίνησε ταυτόχρονα… Δεν είχε προσέξει πριν, ότι ο νεαρός του… φίλος, ο γιος του φούρναρη του κυρ – Θωμά με τη μεγάλη την καρδιά, ήταν ξυπόλητος. Η σακούλα της χοντρής, μέσα είχε ένα ζευγάρι παπούτσια που ο Χάρης με χέρια που έτρεμαν, προσπαθούσε να δέσει στα πόδια του. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. Το θέαμα αυτό τον ξεπερνούσε. Άνεργος ήταν, δόξα τω Θεώ όμως, ένα πιάτο φαί και ζεστά ρούχα αυτός είχε… Τώρα, αν δεν μπορούσε να καπνίσει, στο διάολο το κωλοτσίγαρο. Άνοιξε απότομα το παράθυρό του. Με την ησυχία που επικρατούσε τριγύρω, η κίνηση του έγινε αντιληπτή απ’ τον δυστυχή μικρό του γείτονα.

« Χάρη, έλα πάνω.» του φώναξε ίσα – ίσα να τον ακούσει το παιδί της σκιάς…

Εκείνο δεν κατάλαβε, δεν ήθελε να καταλάβει δεν σάλεψε καθόλου κι ο Μάνος του ξαναφώναξε πιο δυνατά αυτή την φορά και πιο προστακτικά. Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν… Στέκονταν εκεί και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο, χωρίς κάποιος να δείχνει διατεθειμένος να κάνει την επόμενη κίνηση. Ο Μάνος, γλυκαίνοντας λίγο την έκφρασή του, με μια αστεία γκριμάτσα, προσπάθησε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του μικρού. Με τα χείλη του σχημάτισε την φράση « έλα σε παρακαλώ ανέβα» και τα μάτια του έδειχναν στο νεαρό ότι δεν έπρεπε να τον φοβάται…

Μια μυρωδιά τον τύλιξε σπάζοντάς του τη μύτη και ανεβάζοντάς τον εμετό στο λαρύγγι του. Με το κεφάλι σκυφτό ο μικροκαμωμένος για την ηλικία του νεαρός, πέρασε στο καλόγουστο δυαράκι του Μάνου. Στεκόταν όρθιος και έτρεμε. Απ’ το κρύο που είχε φάει τόσες ώρες έξω; Απ’ την ντροπή;, Έδινε την εντύπωση στο νεαρό άντρα ότι θεωρούσε τον εαυτό του ένοχο και το παραδεχόταν. Ένοχο όμως για ποιόν λόγο; Για το ότι ήταν ξυπόλητος; Η για την απλυσιά του που θύμιζε βόθρο σε στιγμές μεγάλης δόξας…; Ένοχος μήπως που ήταν ξεκάθαρο πως ο γιος του μακαρίτη του φούρναρη, μάλλον έχει να φάει μια μπουκιά ψωμί πολλές μέρες. Τι τραγική ειρωνεία αλήθεια;


« Κοίτα με στα μάτια, δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεσαι». Δυο δακρυσμένα, ξεπλυμένα γαλανά μάτια συνάντησαν τα δικά του. Δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα για κάμποσα λεπτά. Τα λεπτά αυτά φάνηκαν αιώνες, πιο πολύ στον Μάνο, που δεν ήξερε πως ν’ αντιδράσει. Απ’ την δύσκολη θέση, τον έβγαλε ο μικρός που έχοντας γρήγορα ξεπεράσει τις όποιες συστολές, με αποφασιστικό τόνο ζήτησε στον αμήχανο ακόμα άντρα ένα ποτήρι νερό.

« Λοιπόν, τι θέλεις από μένα; Γιατί με φώναξες;»

Μην έχοντας αποφασίσει τι να πει και κυρίως πώς να συμπεριφερθεί καθώς κι ο ίδιος δεν γνώριζε γιατί τον είχε καλέσει, ξαφνικά χαμογέλασε και του είπε παιχνιδιάρικα:

« Βρωμάς σαν βόθρος, το ξέρεις;»

Αυτό ήταν αρκετό να κάνει και τους δυο να ξεσπάσουν σε ένα γέλιο παρανοϊκό, γέλιο τρελού, που τους ένωσε και τους δυο ρίχνοντας τα τείχη πάγου που η αμηχανία είχε υψώσει ανάμεσά τους.

Αφού απέκτησε την αυτοκυριαρχία του ο Μάνος, με μάτια κόκκινα απ’ το γέλιο και το πρόσωπο ξαναμμένο, τον έπιασε απ’ τον ώμο και τον οδήγησε στο μπάνιο του σπιτιού του. Αδέρφια δεν είχε. Αυτή του η ενέργεια, τον έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο ανάγκη είχε κάτι τέτοιο…

« Λοιπόν, να πλένεσαι ξέρεις φαντάζομαι; Θα βρεις τα πάντα στα ράφια δίπλα στη μπανιέρα. Πάω να σου βρω κάτι να φορέσεις… Απλά θα σε στεναχωρήσω λίγο… Τα Calvin Klein σώβρακά μου είναι όλα άπλυτα… Βολεύεσαι με κανένα που πήρα απ’ το Γιουσουρούμ την Κυριακή; Τα τρία πέντε ευρώ φίλε! Μεγάλη ευκαιρία! Είναι άσπρα με κόκκινες βούλες! Ολυμπιακάρα σου λέω…!»

Με μια καθαρή αθλητική φόρμα που του έπεφτε λίγο μεγάλη, μοσχομυριστός και με τα ακατάστατα πριν μαλλιά του βρεγμένα μα καλοχτενισμένα, έκανε την εμφάνισή στο άνετο σαλόνι με τους δύο δερμάτινους καναπέδες και τα γυάλινα έπιπλα του Μάνου ο… φρέσκος Χάρης, το παιδί της σκιάς. Κάθισε και χωρίς να ζητήσει την άδεια, άπλωσε το χέρι του και άρχισε να τρώει τις λιχουδιές που ο Μάνος είχε αραδιάσει στο τραπεζάκι μπροστά του. Τίποτα το φοβερό, η μαγειρική για έναν νεαρό εργένη όπως αυτός, δεν είναι και η άμεση προτεραιότητα. Λίγα τοστάκια, κρουασανάκια βουτύρου, μια μεγάλη τάρτα με κεράσια κι αναψυκτικό. Κάπνιζε ενώ με ευχαρίστηση παρατηρούσε με την άνεση που ένα λιπόσαρκο παιδί εξαφάνιζε το περιεχόμενο του δίσκου. Ένα μεγαλειώδες ρέψιμο, από τα βάθη ενός απύθμενου πηγαδιού, σήμανε το τέλος της μάχης και την ώρα των αποκαλύψεων…

Οι επόμενες μέρες κύλησαν με πολύ δουλειά για τους δύο… Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, υπηρεσίες πρόνοιας, δημόσιες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας… Με την βοήθεια κι άλλων γειτόνων που έμαθαν τι συνέβαινε τόσο καιρό δίπλα τους που το αγνοούσαν, το σπίτι του Θωμά, έγινε πάλι κατοικήσιμο. Το παιδί από τα πάρκα της Ρουμανίας που ο φούρναρής τους είχε μαζέψει και μεγαλώσει με την βοήθεια μιας πόρνης που γνώρισε τότε σ’ ένα πολύμηνο ταξίδι του στο Βουκουρέστι ο Χάρης, για δεύτερη φορά που ορφάνεψε, υιοθετήθηκε απ’ τους γείτονές του αυτή τη φορά. Επέστρεψε σχολείο και τα’ απόγευμα βοηθούσε τον πρώην πολιτικό μηχανικό και νυν φούρναρη, αδερφό του πια, μα κυρίως, δικό του άνθρωπος, τον Μάνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου