Πλειστηριασμοί και πολιτικό αισθητήριο


Η συζήτηση για την άρση της προστασίας του πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας με ενοχλεί ιδιαίτερα.
Σε μια κρίσιμη περίοδο, σε μια περίοδο συνεχόμενης οικονομικής ύφεσης, εξετάζεται ένα μέτρο το οποίο, όμως, μπορεί να αποτελέσει πρωταρχικό παράγοντα πολιτικής αστάθειας.
Η δικομματική πλέον κυβέρνηση καταφέρνει ως σήμερα να διατηρήσει μια στοιχειώδη, έστω, νομιμοποίηση. Τα επώδυνα μέτρα που έχουν ως σήμερα ληφθεί έχουν ως γενική αρχή τη συνολική μεταρρύθμιση ενός κρατικού οργανισμού που βρισκόταν στο γκρεμό. Η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή που επιβλήθηκε θεωρήθηκε, δικαίως, ως «θυσία» προκειμένου να διαφυλαχθούν ιστορικές κατακτήσεις της χώρας, όπως η πορεία της στην Ευρώπη. Η διαθεσιμότητα δημοσίων υπαλλήλων, το κλείσιμο της ΕΡΤ, παρά τη δυσφορία που προκάλεσαν ως μέτρα κατεπείγοντος χαρακτήρα, έγιναν αποδεκτά από την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Το ζήτημα, όμως, του πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, πολύ φοβάμαι, ότι δεν διαθέτει την ανάλογη νομιμοποιητική ισχύ, αλλά ούτε και την αντίστοιχη κοινωνική αποδοχή σε γενικό επίπεδο.
Κανείς δεν αρνείται ότι υπάρχουν οφειλέτες – μπαταχτσήδες που, παρ’ότι κερδίζουν πολλά χρήματα, 50.000 ή ακόμα και 100.000 ευρώ ετησίως, δεν πληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους στις τράπεζες, εκμεταλλευόμενοι την κρίση.
Κανείς δεν αρνείται ότι υπάρχουν ακίνητα – φιλέτα αξίας πολλών εκατοντάδων, ακόμα και εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία θα μπορούσαν να «καλύψουν», ως ένα μέρος, τη «χασούρα» των τραπεζών.
Κανείς δεν αρνείται ότι υπήρξαν επιπόλαιοι δανειολήπτες που πήραν δάνεια πολύ παραπάνω από τις δυνατότητες τους, που διατηρούν δύο και τρεις (και παραπάνω) πολυτελείς κατοικίες υποθηκευμένες έναντι τεράστιων ποσών και οι οποίοι, βεβαίως, πρέπει να πληρώσουν.
Δυστυχώς όμως η γνωστή παροιμία «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά» είναι πιθανόν να ταιριάζει σ’ αυτήν την περίπτωση.
Ας μην αρνούμαστε ότι υπάρχουν οφειλέτες που ξαφνικά έμειναν άνεργοι και αδυνατούν πλέον να πληρώσουν τις δόσεις των δανείων. Υπάρχουν οφειλέτες που υπο-αμείβονται ή πρακτικά συντηρούνται από τους γονείς τους (οι συντάξεις των οποίων επίσης μειώθηκαν σημαντικά) και έχουν περιέλθει σε κατάσταση ομηρείας, από ορισμένες τράπεζες που τους πιέζουν ολοένα και περισσότερο. Υπάρχουν οφειλέτες που διαθέτουν κατοικίες άνω των τριάντα χρόνων, παλιές με αξία πολύ κάτω των 100.000 ευρώ και θα κινδυνέψουν να τις χάσουν και να μείνουν στο δρόμο. Όχι μόνο αυτοί αλλά και οι οικογένειές τους.
Σε αυτή την περίπτωση, η δέσμευση του πρωθυπουργού περί προστασίας των αδύναμων κοινωνικά ομάδων, ίσως παραμείνει απλώς ένα ευχολόγιο. Όχι διότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός επιθυμεί να εξαπατήσει, αλλά γιατί οι τράπεζες και ο τρόπος δράσης τους σ’ αυτό το θέμα δύσκολα ελέγχονται. Αν, λοιπόν ο πρωθυπουργός πράγματι διαθέτει οξύ πολιτικό κριτήριο και όντως ανησυχεί για την κατάσταση των κοινωνικά αδύνατων συμπολιτών του, οφείλει να καθορίσει, δια νόμου, την απεριόριστη χρονικά προστασία των αδύναμων.
Η πρότασή μου είναι να προστατευτούν ες αεί όσοι διαθέτουν περιουσία κάτω των 140.000 ευρώ (είναι το ποσό που αντιστοιχεί, σύμφωνα με στοιχεία από την ένωση κατασκευαστών, στους ιδιοκτησιακούς τίτλους μιας μέσης ελληνικής οικογένειας) και έχουν παραμείνει άνεργοι ή υπο-αμειβόμενοι τα τελευταία πέντε χρόνια (όσα θεωρούνται επισήμως ότι είναι τα χρόνια της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας).
Ας αποδείξει η κυβέρνηση ότι διαθέτει και το πολιτικό αισθητήριο και το πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον για τους συμπολίτες μας. Διαφορετικά, απλώς θα ρίξουν λάδι σε μια φωτιά που σιγοκαίει πάνω στην πυριτιδαποθήκη της χώρας και θα την τινάξουν στον αέρα.


Εύχομαι ολόψυχα να μη συμβεί κάτι τέτοιο, διότι όχι μόνο η ίδια η χώρα, αλλά και η παράταξη θα οδηγηθεί σε ολοσχερή καταστροφή…