Μια ιστορία γράφτηκε κι είναι έτοιμη να γίνει βιβλίο. Διαλέξτε τον τίτλο εσείς!

 Πέρασαν κοντά δύο χρόνια από τότε που άρχισα να μεταφέρω  τις μνήμες μου στην οθόνη του υπολογιστή. Ώρες πολλές, δοκιμές, αλλαγές, εγκατάλειψη κι επανέρναξη. Και να που τώρα η ιστορία  είναι έτοιμη. Ο τίτλος όμως είναι βάσανο στην επιλογή. Απλός ή σύνθετος; Μια ή δύο λέξεις ή πιο πολλές; Λαϊκίστικος και πιασάρικος ή σοφιστικέ; Εδώ λοιπόν σκέφτηκα να καλέσω εσάς τους πιθανούς αναγνώστες, να διαλέξτε από τίτλους που σκέφτηκα. Η ακόμα να προτείνετε κάποιον εντελώς δικό σας και να το στείλετε στο μέιλ μου.
  Η ιστορία του βιβλίου αφορά, στις  ερωτικές περιπέτειες  μιας παρέας τριανταπεντάρηδων Ελλήνων που εργάζονται στη Σόφια της Βουλγαρίας  το 2000. Η παρέα ζει με ακραίο τρόπο. Αυτοπροσδιορίζεται σκωπτικά σαν Αγία Σύνοδος κι οι συμμετέχοντες σαν αρχιεπίσκοποι και Παναγιότατοι. Διασκεδάζει, κάνει πλάκα κι ερωτεύεται άμετρα. Χιούμορ, περιπέτεια, αγωνία και πολύ σεξ. Κοινό σημείο το πάθος, που σε δεδομένη στιγμή τους καταλαμβάνει, για κάποια γυναίκα. Τις αποθεώνουν,  δίνουν τα πάντα σ΄ αυτές και παίρνουν αντίδωρο τη προδοσία.Κι όλα αυτά, σ΄ ένα  περιβάλλον όπου παρελαύνουν πολιτικοί και μαφιόζοι, κατάσκοποι και ασφάλεια υψηλών προσώπων, μοντέλα και πόρνες, επιχειρηματίες και δολοφόνοι, διαπλεκόμενοι και διαφθειρόμενοι, ολιγάρχες και φτωχοδιάβολοι, διπλωμάτες και καλλιτέχνες.  Ένας αχταρμάς δηλαδή ανθρώπων, νοοτροπιών, σκοπιμοτήτων, συμφερόντων. Οι ιστορίες είναι πραγματικές, οι ήρωες είναι υπαρκτά πρόσωπα  κι  έχει προστεθεί ένα μικρό ποσοστό μυθοπλασίας είτε επειδή η ίδια ιστορία το απαιτούσε, είτε  για να προστατευθούν υπολήψεις συμμετεχόντων
Σας ευχαριστώ 
Δημήτρης Αρβανίτης
Να ένα μικρό απόσπασμα:

1.΄΄ Παναγιότατε την ευλογία σας΄΄
Το πρωί του τηλεφώνησε ο προμηθευτής του ο λουλουδάς απ΄τη Θεσσαλονίκη και του είπε ότι μια απ΄ αυτές της μέρες θ΄ ανέβαινε για συνεργασία στη Σόφια. Από τότε που άνοιξε τα ανθοπωλεία,  ήταν ο μόνιμος προμηθευτής του. Και δεν τον είχε αφήσει ξεκρέμαστο ποτέ. Οι συνεργασίες τους, που λάβαιναν χώρα, μία φορά το δίμηνο, ήταν πρόσχημα για να ξεφεύγει απ΄τη γυναίκα του την Ευθαλία, που  έκανε τη ζωή του δύσκολη. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα  μόνος του. Στη Σόφια όμως δεν τον ακολουθούσε. Ήθελε να είναι κοντά στα παιδιά της. Κι ας ήταν δεκατριών και δεκαπέντε χρονών. Δηλαδή δεν ήθελαν ντάντεμα. Ευτυχώς, για να μπορεί που και που, να τη κάνει κι ο καημένος ο ανθοπώλης. Πασάς ήταν για δυο μέρες. Φαγητό στα καλύτερα εστιατόρια, ταϊλανδέζικο μασάζ, υδρομασάζ, αιθέρια έλαια και άλλα τέτοια.  Το βράδυ μπουζούκια στην ΄΄Όπερα ΄΄. Σαν παραγωγός λουλουδιών όταν ερχόταν, κουβαλούσε μερικά κιβώτια γαρίφαλα, ειδικά για τη περίσταση. Ο γαριφαλοπόλεμος των συνεργασιών με τον ανθοπώλη είχε  γράψει ιστορία στη νυχτερινή Σόφια. Το πρωινό της άλλης μέρας είχε τη κύρια συνεργασία με ....συνεργάτη ή συνεργάτες,  που ο Ιπποκράτης είχε επιλέξει γι΄αυτόν. Το ελεύθερο παζάρι του έρωτα, των μοντέλων της Σόφιας, ήταν ιδιαίτερα πλούσιο και δίψαγε για τέτοιου είδους, διεθνείς συνεργασίες. Το τελευταίο καιρό είχε μόνιμη συνεργάτη,  την ΄΄μις Κώλος΄΄ 1999 την Ιβέτα. Ήταν αληθινός ο τίτλος, όχι μαϊμού, σας το ορκίζομαι. Τον είχε πάρει στα καλλιστεία της Βάρνας, το καλοκαίρι που πέρασε. Υπήρχε κι αποδεικτικό υλικό. Φωτογραφίες, βίντεο, διπλώματα. Και πραγματικά τον άξιζε τον τίτλο της. Ο  κώλος της, ήταν νέγρικος και φάνταζε σαν αριστούργημα τέχνης, που τον είχε σμιλέψει ο  μέγας Πραξιτέλης. Και γι΄αυτό περιζήτητος. Αλλά δυστυχώς, αυτή τη φορά,  η μις έλλειπε σε φωτογράφηση στο εξωτερικό. Τις αρπαχτές στην Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και το Ντουμπάι, τις λέγανε φωτογραφήσεις. Αυτό σημαίνει διεθνής καριέρα μοντέλου. Το πρόβλημα ήταν ότι ο Εξαδάχτυλος, έπρεπε να βρει αντικαταστάτρια και μάλιστα του ίδιου βεληνεκούς. Τηλεφώνησε στον καναλάρχη Παπαγκίκα. Ήξερε ότι κι αυτός είχε αντίστοιχες συνεργασίες με στελέχη του καναλιού του, απ΄την Αθήνα.
-           Παναγιότατε, την ευλογία σας!
-           Ευλογημένος τέκνο μου, του απάντησε ο Παπαγκίκας γελώντας.
-           Μη γελάς  άγιε δέσποτα, έχω πρόβλημα.
-           Λέγε γρήγορα, μπαίνω σε σύσκεψη – η συνηθισμένη του ατάκα.
-           Έχω επίσκεψη για συνεργασία κι η ΄΄μις Κώλος΄΄ έχει εξαφανιστεί στο Ντουμπάι, θέλω αντικαταστάτρια του ιδίου μεγέθους.
-           Φαντάζομαι όχι μεγέθους κώλου, διότι σ΄ αυτήν την κατηγορία, μεγάλε θεραπευτή, δεν κυκλοφορούν πολλοί αδέσποτοι.
-           Αυτό είναι κατανοητό θαυματουργέ μου άγιε, γι΄αυτό κάνε το θαύμα σου και σώσε με.
-           Α, είσαι τυχερός  όσιε πατέρα. Είχα  stand by μια αδελφή μοναχή, για συνεργασία που αναβλήθηκε.
-           Ναι αλλά είναι σαν τη ΄΄μις Κώλος΄΄;  Έχεις δεχτεί τις υπηρεσίες της και ξέρεις σε τι υψηλό επίπεδο είναι. Μην εκτεθούμε...
-           Σεβαστέ μου άγιε και πατέρα της Ιατρικής, σ΄ έχω εκθέσει ποτέ; Η αδελφή ΄΄πουτ΄΄, μπορεί να μην έχει τίτλο ομορφιάς, αλλά έχει εύσημα και παράσημα από ΒΙΠ συνεργάτες. Φοιτήτρια στη γυμναστική ακαδημία είναι, με ειδίκευση στην ιππασία. Όταν ανεβαίνει στο άλογο καβάλα, το κάνει να αφηνιάσει. Απίθανες τεχνικές, ταχύτητα, αντοχή. Είναι συνδυασμός σπρίντερ, μαραθωνοδρόμου και άλματος επί κοντώ.
-           Με έπεισες παναγιότατε, αλλά τόσες λεπτομέρειες... Με προβληματίζεις... Μήπως  έχεις προσωπική εμπειρία;
-           Καθαρά υπηρεσιακά κι από ευσυνειδησία. Έπρεπε να ξέρω τι προσφέρω στους συνεργάτες μου.
-           Τελευταία ερώτηση μιας και έχεις δουλειά. ΄΄Πουτ΄΄ είναι το όνομα της;
-           Μα καλά, μαλάκας είσαι άγιε;  Δεν θυμόμουν το όνομα της και στο κινητό την αποθήκευσα σαν ΄΄πουτ΄΄. Πως να την έβαζα, πουτάνα; Να με καλεί και να βγαίνει στην οθόνη πουτάνα; Ασόβαρο!
Είχε δίκιο ο αρχιεπίσκοπος. Τον ευχαρίστησε για τη βοήθεια του κι έκλεισε το τηλέφωνο γελώντας δυνατά. 
 Δεν έχασε καιρό και πήρε τον αριθμό που του έστειλε:
-           Καλησπέρα την ΄΄πουτ΄΄, είπε αφηρημένα.
-           Κακβό; Απάντησε μια φωνή
-           Ιζβινιάβαιτε, πριάτελ να Παπαγκίκας σαμ. Στάβα βαπρός ζα εντνά ουσλούγκα. (Συγνώμη, φίλος του Παπαγκίκα είμαι. Ήθελα να μιλήσουμε για κάποια παροχή υπηρεσιών)
Συνεννοήθηκαν γρήγορα για το είδος των υπηρεσιών, τον χρόνο και την τιμολόγηση τους. Ο ανθοπώλης έφτασε στη Σόφια κι ακολούθησε το πρόγραμμα του. Βέβαια δεν έκρυψε την απογοήτευσή του για την απουσία της ΄΄μις Κώλος΄΄. Ο Εξαδάχτυλος όμως του εξήγησε κι αυτός κατάλαβε, ότι ο Κώλος του Πραξιτέλη, πήγε να εκτεθεί σε άλλα μουσεία,  του εξωτερικού. Γιατί ήταν του ιδίου βεληνεκούς με τον παγκοσμίου φήμης Ερμή.  Δεν μπορείς να κρατήσεις ένα Πραξιτέλη φυλακισμένο!  Αμαρτία είναι... Η υψηλή τέχνη πρέπει να γίνεται κτήμα  όσο το δυνατόν περισσότερου κόσμου. Ο Ιπποκράτης του μίλησε με πολύ θερμά λόγια για το καινούργιο έργο τέχνης. Την αιθέρια γυμνάστρια ΄΄Πουτ΄΄. Πραγματικά έμεινε ενθουσιασμένος. Παρέτεινε τη συνεργασία τους για μια μέρα ακόμα, παρά τη γκρίνια της Ευθαλίας της γυναίκας του. Τη πήρε μαζί του στα μπουζούκια  όπου η επταθλήτρια έδωσε ρέστα στο χορό της κοιλιάς. Μάλλον η μονοκρατορία της ΄΄μις Κώλος΄΄ πλησίαζε στο τέλος της... Κι ο Ιπποκράτης είχε την υπόνοια ότι οι συνεργασίες θα πύκνωναν το προσεχές χρονικό διάστημα.  Εκτός κι αν η Ευθαλία πατούσε πόδι....
  2.    ΄΄Παράδοξες Καταστάσεις΄΄   
      Ένα απ΄τα συνήθη βράδια  εργασίας,  ο  Μίλτος ετοίμαζε τη μηνιαία έκθεση  συμβάντων. Έξω όπως συνήθως χιόνιζε, Μάρτης άλλωστε ήταν. Στη πρεσβεία είχε απομείνει μόνον αυτός κι ετοιμαζόταν να φύγει, όταν  το κινητό του χτύπησε. Αν και  ο αριθμός ήταν άγνωστος, το σήκωσε: 
-           Ζντράστι Μίλτος, Ντέσι να τελεφόνα
-           Ντέσι, τι έκπληξη, πως είσαι τι κάνεις;
-           Είμαι καλά εσύ; 
Λίγο απ΄ όλες τις γλώσσες, συνεννοήθηκαν τελικά, να περάσει απ΄τη πρεσβεία και να πάνε για φαγητό, είχε ρεπό τη νύχτα εκείνη.  Σ΄ ένα εικοσάλεπτο, ο ακοίμητος φρουρός στην είσοδο της πρεσβείας, αστυνομικός Τάσος Πράτας, τηλεφώνησε και του είπε με τη χαρακτηριστική καρδιτσιώτικη προφορά του:
-           Ναι  αφεντκό Πράτας ιδώ, -κοιτάζει γύρω του, μήπως  τον βλέπει ή τον ακούει κανείς και μετά συνεχίζει με πιο σιγανή φωνή-  μια κπέλα σι ζητάει.
-           Να περάσει Τάσο, δείξε της πως να έλθει.
-           Πω πω κυρ Καστελάνου, τι μνι ειν αυτούνο,  α;
-           Τάσο, συνεργάτης μου είναι, μη πάει ο νους σου στο πονηρό, αλλά εσύ κράτα κλειστό  το στόμα σου, έτσι;
-           Μην ανσχείς αφεντκό ξέρου εγώ, δεν ξέρου;  απάντησε προσβεβλημένος ο Τάσος.
Η Ντέσι μπήκε στο γραφείο του,  φορούσε γούνα  από πάνω και φούστα από κάτω, καλός οιωνός σκέφτηκε, η φούστα βγαίνει πιο εύκολα απ΄το παντελόνι.  Πήρε τη γούνα της και από μέσα είχε ένα εφαρμοστό μπλουζάκι που αναδείκνυε τα υπέροχα στήθη της... Έκλεισε τα κιτάπια του και τη ρώτησε πως βρήκε το τηλέφωνο του, δε το βρήκα του είπε, απλά το είδα στη κάρτα σου και το συγκράτησα.   Τη ρώτησε τι  αλκοόλ προτιμούσε κι  εκείνη απάντησε ΄΄το δικό σου΄΄.  Όπα, πολύ δυνατό μπάσιμο, αλλά μ΄αρέσει, σκέφτηκε ο Μίλτος. Προσπάθησε να μη φαντασιώνεται, την ώρα που παρατηρούσε το θεσπέσιο κορμί της, αλλά δε μπορούσε, ήταν σα μαγνητισμένος,  λειτουργούσε ανεξαρτήτως του εαυτού του. Τη πλησίασε, αυτή τον κοίταζε, δε μπορούσε να φανταστεί την επόμενη κίνηση του.  Έσκυψε την αγκάλιασε και τη φίλησε στα χείλη δυνατά, προσπάθησε κάτι να ψελλίσει, να  τον απωθήσει, αλλά τελικά  τίποτε δεν έκανε.  Ενέδωσε  στο φιλί και όχι μόνο, σχεδόν αφέθηκε στο πάθος του. Κι εκείνος,  πέρασε τα χέρια του κάτω απ΄τη  μπλούζα της  και την  έσφιξε δυνατά, ενώ συνέχιζε να τη φιλάει στα χείλη και στο λαιμό. Με μια απότομη κίνηση, τράβηξε τη μπλούζα της  και για λίγο σταμάτησε θαυμάζοντας το στήθος της, εκπληκτικό, ολοστρόγγυλο, στητό. Ύστερα έπεσε πάνω της σαν άγριο θηρίο, ενώ ένοιωθε το καυτό  κορμί της να σπαρταράει στη θάλασσα της αγκαλιάς του. Κι έτσι ενωμένοι ταξίδεψαν στα πελάγη του έρωτα, δύο σώματα, μια ανάσα, ένα καράβι, πάλευαν στα άγρια κύματα του πάθους. Για να φτάσουν σε ποιο νησί, σε ποια στεριά άραγε;  Κι οι καναπέδες, τα γραφεία και τα χαλιά πήραν την γλυκιά μυρουδιά της τρυφερής σάρκας της Ντέσι... Πόση ώρα πέρασε αλήθεια, πόσο κράτησε το πρώτο τους ταξίδι; Ούτε που κατάλαβαν, ο χρόνος είχε χάσει τη σημασία  του. Και το χιόνι έξω συνέχιζε να πέφτει πιο πυκνό με δυνατές ριπές αέρα που το σήκωναν και το στριφογύριζαν  ψηλά σαν να χόρευαν στη γιορτή του έρωτα που μόλις είχε κάνει κατάληψη σε δυο ψυχές. Τόσο διαφορετικές, τόσο ετερόκλιτες....
Αποχωρώντας, μια ώρα αργότερα, ο ακαταπόνητος φύλακας Πράτας,  τους καληνύχτισε μ΄ εκείνο το συνωμοτικό ύφος του αστυνόμου Φευγουλέα, ανασηκωμένο το ένα φρύδι, σφιχτά τα χείλη αλλά όχι εντελώς κι η ματιά λοξή και στα κλεφτά, μην καρφωνόμαστε. Σαν να ήθελε να πει: δηλαδή εντάξει, μη μας περνάς για μαλάκες, ξέρω  τι έγινε, αλλά σου έκανα πλάτες γιατί είμαστε κι ΄΄υπεράνου ιμείς τσ  ασφάλειας, έτσι;΄΄                                  
3.’’Η ώρα των αποκαλύψεων’’
   Ο Καστελάνος έφτασε στο σπίτι  του, κατά τις δέκα το βράδυ. Η Ντέσι τον υποδέχτηκε με αγκαλιές και φιλιά. Προσπάθησε να δείξει φυσιολογικός, άφησε τον υπολογιστή στο καναπέ και τον φάκελο στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας, πράγμα που έκανε συχνά, ρίχνοντας πριν κοιμηθεί μια τελευταία ματιά. Κάθισε δίπλα της, του έφερε κάτι να τσιμπήσει. Κάποια στιγμή  της είπε πως θα πήγαινε να ξαπλώσει.   ΄΄Όπως θέλεις αγάπη μου, εγώ θα δω μια ταινία κι όταν νυστάξω θα έλθω΄΄  του είπε εκείνη. Τη φίλησε όπως κάθε βράδυ και πήγε στο υπνοδωμάτιο.  Δε χρησιμοποίησε τη μικροκάμερα, θα έχανε την ικανοποίηση της αυτοψίας  κι αυτό δεν το ήθελε. Μετά μισή ώρα περίπου έσβησε το φως κι έκλεισε τα μάτια. Δε κατάλαβε πόσος χρόνος πέρασε. Μόνο αντιλήφθηκε ανάλαφρα βήματα στο δωμάτιο, που μπήκαν και βγήκαν κλείνοντας σιγά τη πόρτα πίσω. Σηκώθηκε στο κατόπι της αθόρυβα. Την είδε να ανοίγει το βαλιτσάκι των καλλυντικών της. Πήρε μια μικροσκοπική φωτογραφική μηχανή από εκεί μέσα και έβγαλε το έγγραφο απ΄ τον φάκελο. Το αίμα της πάγωσε!  Με κόκκινα γράμματα  έγραφε ΄΄Ήρθε η ώρα να πεθάνεις αγάπη μου΄΄. Γύρισε απότομα και τον είδε να τη κοιτάζει με βλέμμα άδειο. Αντιδρώντας με θαυμαστή ταχύτητα, τράβηξε ένα πιστόλι απ΄ το βαλιτσάκι και τον σημάδεψε
      -     Μην είσαι ανόητη Ντέσι,  έξω σε περιμένουν πέντ΄ – έξι  γεροδεμένοι φίλοι  μου. Με πολύ  δυσκολία τους κράτησα να μη  σε θάψουν στο χιόνι. Στις επόμενες τρεις μέρες,  θα ετοιμάσεις τα πράγματα σου και θα εξαφανιστείς απ΄ τη Βουλγαρία. Σου κάνω χάρη για τις στιγμές που ζήσαμε μαζί.  Αν δε το κάνεις,  να είσαι σίγουρη ότι οι φίλοι μου θα σε βρουν και δε θα μείνει τίποτα από την ομορφιά σου.
Λέγοντας αυτές τις φράσεις, την είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής και χωρίς αυτή να προλάβει να αντιδράσει, χύμηξε επάνω της και την ισοπέδωσε. Ακολούθησε πάλη, όμως όσο κι αν εκείνη προσπάθησε να αντιδράσει, το βαρύ κορμί του άντρα την έλιωσε. Έτσι μετά από σύντομη μάχη ο Μίλτος Καστελάνος, ήταν νικητής. Κάθισαν  κάτω,  πλάι πλάι εξουθενωμένοι.  Ο Μίλτος της είχε αφαιρέσει  το πιστόλι, αλλά πριν πάρει μια πρώτη ανάσα κι ενώ αυτός πίστευε ότι  του είχε πλέον  παραδοθεί,  με μια  ταχυδακτυλουργική κίνηση του άρπαξε  το πιστόλι κι έβαλε  τη κάννη στο στόμα:
-           Σε παρακαλώ μη το κάνεις, ούρλιαξε.
Πολύ αργά Μίλτο, πολύ αργά. Πάτησε τη σκανδάλη και...
  Φιλιππούπολη,  γέφυρα με τ΄ αγάλματα, την ίδια ώρα
  Ο Έβρος είχε κατεβάσει νερά και μουρμούριζε ευτυχισμένος. Μόνον ο ήχος του, τάραζε την απόλυτη σιγή, που επικρατούσε στο χώρο. Μια ελαφριά ομίχλη αγκάλιαζε το σκοτάδι της νύχτας και το κρύο ήταν τσουχτερό. Τα πέτρινα αγάλματα δεξιά κι αριστερά στέκονταν ακοίμητοι φρουροί της γέφυρας. Η σκιά κινούνταν αργά σέρνοντας το ένα πόδι. Ήταν  ένας ρακένδυτος ζητιάνος. Σταμάτησε κι άρχισε να ψάχνει στους μεγάλους κάδους των σκουπιδιών,  στο πλάι της γέφυρας. Μια γάτα πετάχτηκε αλαφιασμένη στριγκλίζοντας,  χωρίς να τρομάξει ιδιαίτερα τη σκιά. Οι κινήσεις του ήταν αργές στην αρχή, πιο γρήγορες στη συνέχεια. Ήταν φανερό δεν έψαχνε για τροφή, κάτι άλλο έψαχνε.  Ξαφνικά σταμάτησε, τινάχτηκε σαν αίλουρος, πέταξε το παλτό από πάνω  του και ένα στιλέτο εμφανίστηκε στο χέρι του. Πριν προλάβει να κάνει κάτι άλλο τρία άτομα βγήκαν απ΄ το σκοτάδι κι έπεσαν με δύναμη επάνω του. Κραυγές πόνου, βρισιές και λάμες μαχαιριών έπεφταν με μανία σε σώματα.  Σειρήνες ξαφνικά ακούστηκαν από μακριά. Απ΄ το σωρό,   δυο σηκώνονται, πιάνουν το ένα σώμα και το πετάν στο ποτάμι. Πάνε να σηκώσουν το δεύτερο, οι σειρήνες ακούγονταν πολύ κοντά πλέον, αφήνουν το σώμα κάτω και σε κλάσματα του δευτερολέπτου το σκοτάδι τους κατάπιε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου