Δύο σύννεφα

Δυο σύννεφα στον ορίζοντα παράβγαιναν στο κυνήγι σ’ έναν πεντακάθαρο ουρανό που ετοιμαζόταν σιγά – σιγά να βάλει το βραδινό του ένδυμα και να αποσυρθεί. Η θάλασσα ήρεμη από κάτω αναδεύονταν απαλά, χαρίζοντας τα ερωτικά της αγγίγματα στα διάσπαρτα βράχια που γέμιζαν την αγκαλιά της. Ένας αέρας απαλός έκανε αισθητή την παρουσία του, χωρίς ωστόσο να θέλει να διαλύσει την μαγεία της εικόνας που απολάμβανε από το μπαλκόνι του σπιτιού του στα νότια προάστια της Αθήνας.
Ο ήχος του κινητού του τον τρόμαξε και πήρε άθελα τα μάτια του από τον πίνακα ζωγραφικής που καμάρωνε χωρίς κανείς να τον ενοχλεί και που ήταν δικός του και μόνο. Η επιμονή του κουδουνίσματος, τον ανάγκασε να πάρει τελικά τα μάτια του από τον ορίζοντα που χανόταν μπροστά στα πόδια του.
Ο αριθμός, άγνωστος… Αποφεύγει να απαντάει σε ώρες εκτός γραφείου τέτοιες κλήσεις. Μια παρόρμηση όμως και η επιμονή του άγνωστου αριθμού τον ανάγκασαν να το σηκώσει. Απάντησε ανάβοντας τσιγάρο. Άκουγε σιωπηλός. Τα μάτια του δεν φανέρωναν συναισθήματα και τα ξανάστρεψε να δει την κούρσα που τα σύννεφα συνέχιζαν στο βάθος του ορίζοντα, προσηλωμένος στα όσα του έλεγε η βραχνή αντρική φωνή στο ακουστικό…
Ευχαρίστησε τον συνομιλητή του και τερμάτισε την κλήση στο κινητό τελευταίας τεχνολογίας, νέο του απόκτημα του τελευταίου μήνα. Απενεργοποίησε εντελώς την συσκευή, την άφησε στο τραπέζι και ξαναγέμισε το ποτήρι του με το ακριβό σκωτσέζικο ουίσκι του που πάντα έπινε καθημερινά μετά το βραδινό του φαγητό. Άφησε από μέσα του όλον τον αέρα που του έσφιγγε την καρδιά σε μια εκπνοή που βγήκε από την ψυχή του. Πήρε το ποτήρι στο χέρι του, άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και σηκώθηκε. Έσβησε εντελώς τα ήδη χαμηλωμένα φώτα της βεράντας, έσβησε και τα δύο αρωματικά κεριά που τρεμόπαιζαν στην αύρα του δειλινού και στάθηκε ακουμπώντας τους αγκώνες του στα κάγκελα του μπαλκονιού. Ο ουρανός είχε ήδη σκοτεινιάσει και η βραδιά προμηνύονταν γλυκιά και ξάστερη. Πλησίαζε εννιά και μισή. Είχε ακόμα ένα μισάωρο μέχρι να δεχτεί την ερωτική του συντροφιά γι’ αυτό το βράδυ. Ξανθιά ή μελαχρινή, ποιος ξέρει… Το γραφείο με τις συνοδούς πολυτελείας θα φρόντιζε να τον αποζημιώσει και με το παραπάνω. Τους καλούς πελάτες ως επιχείρηση πάντα τους προσέχεις…
Στα σαράντα του, επιτυχημένος τραπεζίτης, ανύπαντρος και με όνομα γνωστό στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας. Με μεγάλη περιουσία και καλές σπουδές, αποτελούσε στόχο για τα καλύτερα τζάκια της πόλης με ανύπαντρες θυγατέρες. Δεν θα τον έλεγες ιδιαίτερα όμορφο. Ήταν σχετικά ψηλός, με λίγα κιλά παραπάνω από το κανονικό και τις πρώτες γκρίζες τρίχες να κάνουν δειλά – δειλά την εμφάνιση στους κροτάφους του. Διέθετε όμως ένα χαμόγελο σκέτη διαφήμιση, ήταν πνευματώδης και τα γαλάζια του μάτια σε προκαλούσαν να κολυμπήσεις στην απέραντη θάλασσα τους.
Η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού της χώρας για τον πολύ κόσμο δεν σήμαινε και πολλά πράγματα. Για εκείνον όμως, σήμαινε τα πάντα. Από μέρα σε μέρα, το πολυτελές του γραφείο στην οδό Πανεπιστημίου θα ήταν παρελθόν. Όχι ότι είχε πρόβλημα επιβίωσης. Είχε φτιάξει ένα γερό κομπόδεμα με καταθέσεις τόσο σε εγχώριες τράπεζες, όσο και σε τράπεζες του εξωτερικού. Ομόλογα, μετοχές, καμιά δεκαριά ακίνητα συμπλήρωναν τα περιουσιακά του στοιχεία μιας γεμάτης εικοσαετίας στον τραπεζικό κλάδο.
Ο νους του διέτρεξε σε αυτή την εικοσαετία… Σπουδές, στην Ελλάδα και το εξωτερικό με παράλληλη απασχόληση στα φοιτητικά του χρόνια σε διάφορες επιχειρήσεις του τραπεζικού τομέα για τα προς το ζην. Ήταν αναγκασμένος πάντοτε να δουλεύει. Ορφάνεψε από πολύ μικρός και δεν ήθελε να γίνει βάρος στους συγγενείς και τους παππούδες του. Έφυγε από το χωριό στα δεκαεφτά του πετυχαίνοντας στις Πανελλήνιες να εισαχθεί στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά. Αρίστευσε και η υποτροφία του για τις ΗΠΑ ήταν φυσικό επακόλουθο. Με την επιστροφή του εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και η επιτυχία του σε διαγωνισμό μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας ήταν το ξεκίνημα μιας λαμπρής σταδιοδρομίας στον κλάδο. Απέκτησε πολλά χρήματα τα οποία επένδυε και παράλληλα τα σκόρπαγε με μέτρο σε απολαύσεις και διασκεδάσεις που τόσο είχε στερηθεί. Έκανε πολλές σχέσεις με το αντίθετο φύλο, όμως, η ελευθερία του ήταν ότι πολυτιμότερο είχε. Ταξίδια, γεύματα σε καλά εστιατόρια, ρούχα και παπούτσια διαλεγμένα με γούστο, πόρνες πολυτελείας που δεν του ζητούσαν δεσμεύσεις και μπουζούκια απαραίτητα μια με δυο φορές τη βδομάδα γέμιζαν και συμπλήρωναν την πολυτάραχη ζωή του. Ζούσε με τέτοιο τρόπο, όχι γιατί πίστευε πως πάντα έτσι θα ήταν αλλά, διότι πιστεύει πως κάθε μέρα είναι ξεχωριστή και πρέπει να ρουφάμε ότι μας προσφέρει ως το μεδούλι.
Ένα διακριτικό, επίμονο όμως χτύπημα στην πόρτα τον έβγαλε από την ονειροπόληση και τον τάραξε. Άφησε το κρυστάλλινο ποτήρι που κρατούσε στο χέρι του να πάει να συναντήσει την θάλασσα από κάτω και πήγε να ανοίξει. Ψηλή, κορμί γεροδεμένο και αθλητικό, κατάμαυρα μαλλιά και μπλε μάτια που καρφώθηκαν πάνω του και του άφησαν πολλές υποσχέσεις για το τι θα ακολουθούσε στο κρεβάτι του…
Την έγδυσε εκεί στο σαλόνι χωρίς να περιμένει. Έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε να καμαρώνει το κορμί της. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στον καναπέ από μπαμπού της βεράντας. Με τα δάχτυλα του διέτρεξε το κορμί της χωρίς να βιάζεται να προχωρήσει. Την ρώτησε στα αγγλικά για την καταγωγή της κι εκείνη του απάντησε στα ελληνικά πως είναι Ελληνίδα. Μείναν και οι δύο σιωπηλοί και ύστερα από μερικές στιγμές ξέσπασαν κι οι δύο σ’ ένα νευρικό γέλιο, σχεδόν υστερικό, σαν δυο μικρά παιδιά! Την σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Έκαναν έρωτα, χωρίς να υπολογίζουν τον χρόνο. Έχασαν το μέτρημα… Το απολάμβαναν εξίσου και οι δύο… Καλά για εκείνον, λογικό… Εκείνη όμως…;
Έγειρε στο πλάι και άναψε τσιγάρο. Αφού ξαναβρήκε την φυσιολογική του ανάσα, μίλησε για εκείνον κι εκείνη τον άκουγε καπνίζοντας χωρίς να διακόπτει και να δυσανασχετεί. Το χάραμα του βρήκε αγκαλιασμένους με τα μέλη τους μπερδεμένα.
Μέσα Σεπτέμβρη ο κόκορας χάλαγε τον κόσμο έξω ενώ η μέρα μόλις έκανε την εμφάνιση της. Βαριεστημένα τεντώθηκε και χασμουρήθηκε. Κοίταξε δίπλα του και την είδε να κοιμάται βαθιά, μ’ ένα χαμόγελο να ζωγραφίζει το όμορφο πρόσωπό της. Της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη για να μην την τρομάξει και νυχοπατώντας βγήκε στην αυλή του πατρικού του. Εισέπνευσε βαθιά και κοίταξε πέρα στον ορίζοντα τα υπέροχα χρώματα που η παλέτα της φύσης σκόρπιζε στον πρωϊνό ουρανό πάνω από τον Όλυμπο. Ένα σμήνος γερακιών με ταχύτητα αστραπής διέγραψε μια ξέφρενη πορεία προς το άπειρο του ορίζοντα. Τα καλημέρισε και στράφηκε στην πετρόκτιστη βρύση της αυλής να ρίξει νερό στο πρόσωπό του. Άλλη μια μέρα ξεκινούσε και ετοιμαζόταν να την ρουφήξει με μια λαχτάρα και μια προσμονή, χωρίς σκοτούρες και το άγχος της πολύβουης πρωτεύουσας.
Ο καιρός ήταν ακόμα ζεστός. Πάνε πέντε μήνες από εκείνο το γλυκό δειλινό του Απρίλη και το τηλεφώνημα που του αναστάτωσε τη ζωή. Η απόλυση του από την τράπεζα που διεύθυνε υπογράφηκε από τη νέα κυβέρνηση. Όμως, η πρόταση που του έγινε εκείνο το βράδυ ήταν η σανίδα σωτηρίας που αναζητούσε. Μάζεψε λίγα πράγματα και κατέβηκε στο χωριό. Δέχτηκε την πρόταση να δημιουργήσει μια μεγάλη μονάδα τυποποίησης γαλακτοκομικών προϊόντων μαζί με δύο του ξαδέρφια, με χρήματα από την ΕΕ.
Πούλησε το σπίτι του πάνω στα βράχια, πούλησε τα δύο πολυτελή του αυτοκίνητα, ένα σκάφος και εγκαταστάθηκε μόνιμα στους πρόποδες του Ολύμπου. Δεν ήρθε μόνος… Μαζί του άλλη μια ζωή βρήκε το μονοπάτι για την γαλήνη. Η πόρνη πολυτελείας, άφησε τον κόσμο της και τον ακολούθησε σε μια νέα ζωή που και για τους δύο. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, σ’ ένα ταξίδι στο αύριο… Σ’ ένα ταξίδι που η μοίρα ορίζει. Σ’ ένα ταξίδι ίσως, για την αληθινή, την πραγματική ευτυχία… Ένα ταξίδι, με οδηγό τα δύο σύννεφα που παράβγαιναν στον ορίζοντα της Αθήνας μια γλυκιά βραδιά του Απρίλη…
- See more at: http://www.frognews.gr/blogs/item/15207-dyo-synnefa#sthash.pJY7v4PD.dpuf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου