Κι ύστερα ήρθε η σιωπή…

Καθόμουν στο πατρικό μου σπίτι -στο χωριό- και η ώρα πλησίαζε οχτώ το απόγευμα. Ήταν, για μένα, μια σημαδιακή μέρα…. Η μέρα που συμμετείχα στο πρώτο δημοτικό συμβούλιο της ζωής μου και πλησίαζε στο τέλος της…. Μια ξαφνική νεροποντή, νωρίς το μεσημέρι, είχε δροσίσει αρκετά την ατμόσφαιρα, που από το πρωί θύμιζε μεσοκαλόκαιρο κι έκανε τα τζιτζίκια να παραληρούν, αν και είχαμε μπει στο φθινόπωρο. Προσπαθούσα να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου….. παρέα με έναν παγωμένο espresso και δύο τσιγάρα…. Αν και προσπαθώ να το κόψω -το ρημάδι- και έχω κάνει σημαντική πρόοδο, ακόμα το έχω ανάγκη, ειδικά κάτι τέτοιες στιγμές, φορτωμένες πίεση και άγχος.
Η ησυχία τριγύρω ήταν εκκωφαντική. Όταν ζεις σε μια πόλη όπως η Αθήνα, αυτή η σιωπή σε τρομάζει. Ο νους μου προσπαθεί να ξεδιαλύνει τα αίτια αυτής της ηρεμίας. Μεγάλωσα ως τα δέκα μου χρόνια εκεί, σε αυτό το σπίτι, σε αυτή τη γειτονιά. Οι συνθήκες όμως, ανάγκασαν την οικογένειά μου να μεταναστεύσει και να αναζητήσει την τύχη της στην πρωτεύουσα.

Οι επισκέψεις μου στο χωριό περιορίζονταν σε λίγες μέρες το καλοκαίρι κι ακόμα λιγότερες την περίοδο του Πάσχα. Μέρες που κι άλλοι όπως εμείς επέστρεφαν στις ρίζες τους. Αυτό είχε ένα μεγάλο μειονέκτημα... Δεν μου έδινε την δυνατότητα να αφουγκραστώ αυτή την ησυχία, αυτή την σιωπή, αυτή την γαλήνη. Όταν εγώ ήμουν εκεί, η γειτονιά γέμιζε παιδικές φωνές, πολλές παιδικές φωνές… φωνές θειάδων, μπαρμπάδων, συγγενών και φίλων. Κάπου, ανάμεσα σε αυτές, ακούγονταν και οι φωνές των ηλικιωμένων μόνιμων κατοίκων του χωριού, που ποτέ δεν με είχε απασχολήσει τι –αλήθεια- σκέφτονταν όταν η αυλαία των διακοπών έκλεινε και οι... βάρβαροι της πόλης εξαφανίζονταν...

Μια τέτοια σκέψη σκάλωσε στον βαρυφορτωμένο μου εγκέφαλο, μια τέτοια ώρα, που προσπαθούσα να διώξω την ένταση της δύσκολης μέρας που προηγήθηκε. Ο νους μου ξεστράτισε κι άρχισε να αναζητά όλους αυτούς τους ηλικιωμένους φύλακες της γειτονιάς μου, που με το χαμόγελο και την ζεστή τους κουβέντα, σε υποδέχονταν τις λίγες ημέρες που επισκεπτόσουν το χωριό και σε αποχαιρετούσαν όταν έφευγες. Κάπου, ανάμεσα στις παγωμένες γουλιές καφέ και τη νικοτίνη, με φρίκη διαπίστωσα ότι η σιωπή αυτή, αυτή η ηρεμία είχε και αιτία... Όλοι οι ηλικιωμένοι αυτοί γείτονες, που πάντα σου έδιναν την εντύπωση ότι θα ήταν εκεί, τώρα, έλειπαν. Είχαν φύγει για το ταξίδι στην αιωνιότητα. Ανάμεσά τους και ο άνθρωπος που θεμελίωσε αυτό το σπίτι που με φιλοξενεί: Η γιαγιά μου. Έφυγε κι αυτή πριν τέσσερις μήνες. Πήγε να συναντήσει όλους τους άλλους, όλους εκείνους που βύθισαν την γειτονιά σε αυτή τη νεκρική σιωπή που με τρόμαξε και με βύθισε σε αυτές τις σκέψεις. Μια κουκουβάγια διέκοψε τις σκέψεις μου. Δεν ξέρω αν απευθυνόταν σ' εμένα προσωπικά, αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε, το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι ήταν η μόνη μου συντροφιά εκείνη την ώρα...

"Ένα τραγούδι  θα σας πω απάνω στο ρεβίθι,

χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν την νύφη.

Ωραία είν’ η νύφη μας, ωραία τα προικιά της.

Ωραία κι η παρέα της που κάνει την χαρά της"

Ήχοι από κλαρίνο και τουμπερλέκι και γλυκές τσιγγάνικες φωνές έδιωξαν τις μαύρες μου σκέψεις. Ο γείτονας πάντρευε την κόρη του και πλανόδιοι καλλιτέχνες ήρθαν στο σπίτι της, να την πάρουν και να την συνοδέψουν στην εκκλησία. Βγήκα στην αυλή και κάθισα στα σκαλοπάτια του σπιτιού μου. Άναψα τσιγάρο και άκουγα τα κλαρίνα. Η πρόχειρη αυτή συναυλία ίσως κράτησε ένα εικοσάλεπτο που με βοήθησε να διώξω όλες μου τις σκέψεις. Η γειτονιά ζωντάνεψε και τα φαντάσματα εξαφανίστηκαν. Για λίγο όμως... Η νύφη ήταν έτοιμη. Αποχαιρέτισε τη μάνα της και πήρε το δρόμο για τη νέα της ζωή. Της έστειλα νοερά τις ευχές μου. Ήταν συμμαθήτριά μου και μέλος της παρέας που μεγαλώσαμε μαζί σε αυτή τη γειτονιά.

Και ύστερα... Ήρθε ξανά η σιωπή...

Γιατί ξαφνικά βρίσκομαι εδώ; Τι θέλω εδώ, αρχές Σεπτέμβρη; Γιατί είμαι μόνος εδώ; Αγωνιώδη ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις… Οι απαντήσεις είναι απλές και δεν επιδέχονται πολλών ερμηνειών. Βρίσκεσαι εδώ στα τριάντα τρία σου χρόνια διότι οι συντοπίτες σου σε επέλεξαν να τους εκπροσωπήσεις στην κεντρική διοίκηση του Δήμου που ανήκει το χωριό σου.  Γι’ αυτό. Ένα βάρος που διπλασιάζεται αν σκεφτείς ότι είσαι ο μοναδικός εκπρόσωπος αυτού του χωριού των περίπου χιλίων μόνιμων κατοίκων στον Δήμο Ξηρομέρου των είκοσι χιλιάδων…

Κι αν με ρωτήσετε: ποιο είναι το όνειρό σου για το χωριό σου, για τον Δήμο σου, τα πέντε χρόνια που θα είσαι παρέα με τις αναμνήσεις και τη νεκρική σιωπή τριγύρω σου… Η απάντηση μου έρχεται αβίαστα και εύκολα ύστερα από την θλίψη που μου προκάλεσε εκείνο το σούρουπο με συντροφιά τα φαντάσματα και την κουκουβάγια... Ονειρεύομαι μια μέρα αυτό το χωριό, αυτός ο Δήμος, να ζωντανέψει, να γεμίσει ξανά ζωή και τα φαντάσματα του παρελθόντος να αποτελούν μια γλυκιά ανάμνηση. Να μην τρομάζουν ένα παιδί που, από το πρωί που ξυπνάει ως το βράδυ που θα κοιμηθεί, κυνηγάει όνειρα απατηλά.  Σε μια απάνθρωπη πρωτεύουσα, παρέα με των βόμβο των μηχανών και τον μολυσμένο με καυσαέρια αέρα.

Ουτοπικό; Ίσως… Όμως, άνθρωπος που δεν ονειρεύεται, παύει να είναι άνθρωπος…

 

 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου